Το Μακεδονικό: γιατί «οι ξένοι δεν μας καταλαβαίνουν» και τα αίτια της αρνητικής ελληνικής και σλαβομακεδονικής στάσης

Αλέξης Ηρακλείδης

Στο περίφημο Μακεδονικό, τη διένεξη Αθήνας-Σκοπίων για το όνομα, τα άλλα κράτη και οι λαοί τους (πλην ίσως των βαλκανικών κρατών) δυσκολεύονται να κατανοήσουν τις ελληνικές ευαισθησίες και τους ελληνικούς φόβους. Αυτό συμβαίνει για τουλάχιστον τέσσερις λόγους. 

Πρώτον, αδυνατούν να αντιληφθούν πώς μία τόση μικρή, φτωχή και αδύναμη χώρα, όπως η πΓΔΜ, με σχεδόν ανύπαρκτες ένοπλες δυνάμεις και εξοπλισμούς (εδικά στη δεκαετία του 1990), μπορεί να απειλήσει την Ελλάδα που είναι θωρακισμένη ως τα δόντια (εντυπωσιακό πολεμικό ναυτικό και αεροπορία, τεθωρακισμένα, σώματα ειδικά εκπαιδευμένα, κλπ.). Έτσι κατέληξαν να θεωρούν τους Έλληνες στην καλύτερη περίπτωση γραφικούς ή παρανοϊκούς, στη χειρότερη σφετεριστές και ακόμη και καλυμμένα επεκτατικούς. 

Δεύτερον, τα άλλα κράτη έχουν βέβαια υπόψη τους πολλές παρεμφερείς περιπτώσεις ανά τον κόσμο, κοινής ονομασίας μεταξύ μίας χώρας και της περιοχής μίας άλλης γειτονικής χώρας, π.χ. Μογγολία και Μογγολία στην Κίνα, Μεγάλη Βρετανία και Βρετάνη στη Γαλλία, Δουκάτο του Λουξεμβούργου και επαρχία του Λουξεμβούργου στο Βέλγιο, Μολδαβία στη Ρουμανία και Μολδόβα̇ ή περιπτώσεις με σύνθετη ονομασία μεταξύ γειτονικών χωρών, π.χ. Μπαγκλαντές (χώρα των Βεγγάλων) και Δυτική Βεγγάλη στις Ινδίες, Ανατολικό Αζερμπαϊτζάν στο Ιράν και Αζερμπαϊτζάν, Ιρλανδία και Βόρεια Ιρλανδία, Μεξικό και Νέο Μεξικό, κ.ά. Αναρωτιούνται λοιπόν: προς τι το Μακεδονικό από το 1991 μέχρι σήμερα ως άλυτη διένεξη, με αρχικά την Ελλάδα και μετά την πΓΔΜ να μη δέχονται μία σύνθετη ονομασία; 

Τρίτον, τα περισσότερα κράτη, και αναμφιβόλως τα φιλελεύθερα δυτικά κράτη, θεωρούν τον αυτοπροσδιορισμό ως αναφαίρετο ανθρώπινο και μειονοτικό δικαίωμα και, σε επίπεδο λαών, πτυχή της θεμελιώδους αρχής της αυτοδιάθεσης των λαών. Κατά συνέπεια είναι πολύ δύσκολο να αποδεχθούν ότι ένα ξένο κράτος μπορεί να επιβάλει το όνομα της επιλογής σε ένα άλλο κράτος ή να συναποφασίσει ή να βάζει βέτο στο όνομα ενός άλλου κράτους, στο πώς ένα άλλο κράτος και ο λαός του θέλει να ονομάζεται. 

Τέταρτον, στις περισσότερες άλλες χώρες, και ειδικά στις δυτικές, τα ιστορικά δίκαια που φτάνουν μέχρι τον αρχαίο κόσμο τους φαίνονται ακατανόητα και δείγμα προγονοπληξίας (πιο κατανοητά φαίνονται σε λαούς με πιο μακριά ιστορία, όπως οι Κινέζοι που έχουν ένα παρεμφερές πρόβλημα με τη Μογγολία, ως προς το σε ποιόν ανήκει ο Τζένγκις Χαν). Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά τον Μέγα Αλέξανδρο οι Δυτικοί έχουν μία αμφίσημη θέση. Η ταυτότητα του Αλέξανδρου και των Μακεδόνων δεν είναι κρυστάλλινη (παρά τη Βεργίνα) στους Ευρωπαίους και στους Αμερικάνους, κάτι που φαίνεται και στα περισσότερα σχολικά βιβλία ιστορίας των δυτικών χωρών. 

Πάντως αν στην καθοριστική πρώτη δεκαετία της διένεξης την ευθύνη την είχε η ελληνική κυβέρνηση για το αδιέξοδο, μετά επί μία δεκαετία, από το 2006 μέχρι τον Ιανουάριο του 2016, ευθυνόταν η κυβέρνηση της πΓΔΜ υπό τον Νίκολα Γκρούεβσκι, του αρχηγού του εθνικιστικού κόμματος VMRO-DPMNE (Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση - Δημοκρατικό Κόμμα για τη Μακεδονική Εθνική Ενότητα). Δηλαδή η αρχική αδιαλλαξία της μίας πλευράς, της ελληνικής, επέφερε –έδωσε έδαφος ή εξέθρεψε– την αδιαλλαξία της άλλης πλευράς, που ως μικρότερη και νεότερη χώρα ήταν από τη φύση της πιο ανασφαλής, με αποτέλεσμα να μη δέχεται κανένα συμβιβασμό αφού είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα εκληφθεί από τους κατοίκους της χώρας αυτής (εννοείται από τους Σλαβομακεδόνες και όχι από τους Αλβανούς) ως εξευτελιστική, με το εξής προφανές σκεπτικό: πού ακούστηκε να αλλάξουμε την εθνική μας ταυτότητα, που εμείς επιλέξαμε;

 

Τα αίτια για την αρνητική ελληνική στάση

Δύο πρώτοι προφανείς λόγοι για την ελληνική στάση οφείλονται στην άγνοια. Η μία είναι η άγνοια για το ποια υπήρξε γεωγραφικά η Μακεδονία που διαμοιράστηκε το 1913. H δεύτερη είναι το σχήμα του Κωφού in extremis: δηλαδή ότι ο Τίτο εφηύρε και κατασκεύασε, αυθαίρετα, εκ του μηδενός, ένα νέο έθνος. 

Όπως γνωρίζουν λίγοι Έλληνες ακόμη και σε υπεύθυνες θέσεις, η γεωγραφική Μακεδονία δεν είναι μία, η ελληνική (η «ιστορική Μακεδονία»), αλλά τρεις, προφανώς και οι τρείς με το δικαίωμα να λέγονται Μακεδονία, με σύνθετο όνομα ή παράγωγο για να γίνεται αντιληπτό για ποια Μακεδονία μιλάμε. Και το «μακεδονικό» ή σλαβομακεδονικό έθνος δεν ήταν εφεύρεση και κατασκεύασμα ex nihilo του Τίτο. Προϋπήρχε ως ένα εν δυνάμει νέο έθνος. Ήταν ένας λαός που είχε εν πολλοίς αποξενωθεί σταδιακά από τους Βούλγαρους και βρισκόταν στην αναζήτηση μίας νέας εθνικής ταυτότητας πέραν της αρχικής βουλγαρικής, αν και οι γνώμες διίστανται για το πότε ακριβώς ξεκίνησε η εν λόγω εθνογένεση. Πιο πιθανή είναι, όπως είδαμε, η δεκαετία του 1930, σε επίπεδο τμήματος της ελίτ, και έτσι ο Τίτο βρήκε έδαφος για το γνωστό του εγχείρημα το οποίο και στέφθηκε από επιτυχία.

Υπάρχουν όμως και άλλοι λόγοι για την υπερβολική στάση των Ελλήνων, που αντιμετωπίζονται δυσκολότερα από την απλή άγνοια που θεραπεύεται με τη στοιχειώδη γνώση των πραγματικών γεγονότων. Θα τους διέκρινα σε τρεις κατηγορίες: (1) στους επίσημους λόγους, (2) στους κρυφούς και ανομολόγητους, και (3) σε γενικότερους λόγους που έχει σχέση με την ελληνική ταυτότητα και ιστορική αφήγηση, καθώς και με την κυρίαρχη εικόνα της Ελλάδας και των Ελλήνων στο διεθνές στερέωμα. 

Οι πιο φανεροί επίσημοι λόγοι είναι βέβαια (α) οι φόβοι περί βλέψεων των γειτόνων στην ελληνική Μακεδονία και (β) η οργή για την προσπάθεια σφετερισμού/κλοπής σημαντικού τμήματος της ελληνικής πολιτισμικής κληρονομιάς. 

Σε ότι αφορά το πρώτο, τις βλέψεις, η απάντηση στους ξένους όταν λένε στους Έλληνες «είστε παρανοϊκοί, πώς είναι δυνατόν να φοβάστε μία τόσο μικρή και αδύναμη χώρα», ήταν η εξής, από τα χείλη του πρέσβη Μανώλη Καλαμίδα (στενού φίλου και συνεργάτη του Αντώνη Σαμαρά) στις αρχές της δεκαετίας του 1990: ότι μία αναγνώριση με το όνομα Μακεδονία φυτεύει τις ρίζες για μελλοντική σύγκρουση γιατί επιτρέπει στα Σκόπια να τρέφουν εδαφικές βλέψεις και να τις επιδιώξουν στο μέλλον όταν οι διεθνείς συνθήκες θα είναι πιο ευνοϊκές.

Σε ότι αφορά το δεύτερο, τα περί κλοπής και φαλκίδευσης της ελληνικής ιστορίας, θα περιοριστώ σε μία φράση του Ευάγγελου Κωφού που είχε εντυπωσιάσει τον Αυστραλό ανθρωπολόγο Loring Danforth, και την κατέγραψε στο γνωστό βιβλίο του για το Μακεδονικό: «Είναι σαν ένας κλέφτης να μπαίνει στο σπίτι μου και να μου κλέβει τα πιο πολύτιμα κοσμήματα μου – την ιστορία μου, τον πολιτισμό μου, την ταυτότητα μου».

Οι πιο κρυφοί και ανομολόγητοι λόγοι της επικρατούσας ελληνικής στάσης –οι σκελετοί στη ντουλάπα για να θυμηθούμε τη γνωστή αγγλική έκφραση– είναι, κατά τη γνώμη μου τρείς ή ίσως τέσσερις. 

Πρώτον, η μη αναγνώριση των Σλαβόφωνων της ελληνικής Μακεδονίας ως εθνικής ή εθνοτικής μειονότητας, ούτε καν ως εθνοτικής ή γλωσσικής ομάδας. Αν και οι άνθρωποι αυτοί αριθμούν μόνο μερικές χιλιάδες (και συνεπώς ουδόλως απειλείται η ελληνική εδαφική ακεραιότητα) και ένα μέρος τους έχει πλέον αποκτήσει, οικειοθελώς, ελληνική εθνική ταυτότητα, εντούτοις η Αθήνα φοβάται την παραμικρή αναφορά σ’ αυτούς και την αναγνώριση της ύπαρξής τους, ενώ βέβαια υπάρχουν, ζουν εκεί και μιλούν μία άλλη μητρική γλώσσα, τα σλαβομακεδονικά (και όχι τα σλαβικά που δεν είναι γλώσσα, αλλά ομάδα πολλών γλωσσών). Με αυτή την άρνηση της ύπαρξης τους, ηθελημένα ξεχνιέται ή αποκρύπτεται το γεγονός ότι είχαν καταπιεστεί στον Μεσοπόλεμο, και πολλοί από αυτούς (αν και όχι όλοι) έφυγαν ή εκδιώχθηκαν ως πρόσφυγες με τον ΕΛΑΣ (πενήντα με εξήντα χιλιάδες Σλαβομακεδόνες). Με τη λήξη του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου, το 1948-1949, δημεύθηκε η περιουσία τους και έκτοτε δεν επιτρέπεται σε αυτούς και στους απογόνους τους να επιστρέψουν στις εστίες τους ή να διεκδικήσουν τις περιουσίες τους.

Δεύτερον, ότι οι σημερινοί κάτοικοι της ελληνικής Μακεδονίας δεν είναι, στην πλειονότητά τους, αυτόχθονες, δεν προέρχονται από τον προϋπάρχοντα ντόπιο πληθυσμό. Περίπου δύο στους τρείς σημερινούς κατοίκους της ελληνικής Μακεδονίας είναι πρόσφυγες ή απόγονοι προσφύγων από τη Μικρά Ασία. Αυτό τους καθιστά ψυχολογικά πιο ανασφαλείς, μια και ήρθαν στην περιοχή στη δεκαετία του 1920, πολύ μετά από τους Σλαβόφωνους ή Σλαβομακεδόνες που ήταν «ντόπιοι», οι γηγενείς κάτοικοι της σημερινής ελληνικής Μακεδονίας επί αιώνες (οι μισοί από τους οποίους έφυγαν ή εκδιώχθηκαν από το 1913 μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1940). Αυτή η ανασφάλεια των απογόνων των προσφύγων ίσως εξηγεί και τη μεγάλη τους ανάγκη να ταυτιστούν με τη δόξα των αρχαίων Μακεδόνων και με τον θρυλικό Μέγα Αλέξανδρο, προκειμένου να ριζώσουν στην ελληνική (ιστορική) Μακεδονία και να θεωρούνται απόγονοι των αρχαίων Μακεδόνων (ενώ στο μέτρο που είναι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων θα είναι μάλλον απόγονοι των Ιώνων).

Ο τρίτος, πιο κρυφός και ασυνείδητος λόγος είναι, νομίζω, ο ακόλουθος. Στο 51.56% της Μακεδονίας που περιήλθε στην Ελλάδα, οι Έλληνες (οι αυστηρά ελληνόφωνοι) αποτελούσαν μόνο το 10-11% της γεωγραφικής Μακεδονίας. Δηλαδή στην πραγματικότητα δεν «απελευθέρωσαν» την περιοχή αυτή, αλλά την κατέκτησαν και στη συνέχεια φρόντισαν να εκδιώξουν, με τον ένα ή το άλλο τρόπο, το μεγαλύτερο μέρος του γηγενούς πληθυσμού. Ιδού λοιπόν μία κρυφή πηγή της ελληνικής ανασφάλειας: ότι η Ελλάδα έλαβε, πολύ περισσότερο απ’ ότι θα της αναλογούσε με βάση το ποσοστό των Ελλήνων επί του πληθυσμού, πολύ περισσότερο απ’ ότι δικαιούταν, αν είχε λάβει χώρα δημοψήφισμα με διεθνή επίβλεψη, όπως έγινε σε άλλες περιπτώσεις στο δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα, ή ρεαλιστικά θα μπορούσε να προσβλέπει αν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι δεν είχαν λάβει χώρα με το ανέλπιστο υπέρ της Ελλάδας αποτέλεσμα. 

Ο τέταρτος πιθανός λόγος για την ελληνική στάση, έχει τη ρίζα του στην ανασφαλή και προγονολατρική ελληνική ταυτότητα. Εν προκειμένω, ποιοί πραγματικά ήταν οι αρχαίοι Μακεδόνες, με δεδομένες τις αντικρουόμενες θέσεις των ίδιων των αρχαίων Ελλήνων που τους θεωρούσαν (α) μη Έλληνες (Δημοσθένης), (β) εν μέρει Έλληνες ή όχι πλήρως Έλληνες (Θουκυδίδης, Ισοκράτης) ή (γ) πλήρως Έλληνες (Ηρόδοτος). Δηλαδή το ότι οι δύο στους τρεις αρχαίους Έλληνες νοτίως του Αλιάκμονα και του Ολύμπου, αμφισβητούσαν τότε, στη συγχρονία, την πλήρη ελληνικότητα των αρχαίων Μακεδόνων (κάτι που βέβαια δεν χάνει την ευκαιρία να εκμεταλλεύεται η άλλη πλευρά). Αυτό οδηγεί τους σημερινούς Έλληνες σε Angst και υπερβολές προκειμένου να κατοχυρωθεί η ελληνικότητα των αρχαίων Μακεδόνων. Πάντως, κατά τους περισσότερους νηφάλιους ιστορικούς που έχουν ασχοληθεί με την αρχαία Μακεδονία, η ιθύνουσα τάξη στο αρχαίο κράτος της Μακεδονίας ήταν Έλληνες ή ήθελαν και δήλωναν Έλληνες ή ήταν εξελληνισμένοι και πάντως μιλούσαν ελληνικά και είχαν την ίδια θρησκεία, το Δωδεκάθεο (στη οργάνωση του κράτους και στο πώς ήταν το κράτος τους είναι που διέφεραν και παρουσιάζονταν λιγότερο Έλληνες). Ωστόσο οι υπήκοοι τους, για τους οποίους γνωρίζουμε ελάχιστα, ήταν μάλλον ένα μείγμα από ελληνικές και μη ελληνικές εθνοτικές ομάδες (μάλλον Θράκες, Μολοσσοί, Παίονες, Ιλλυριοί, κ.ά.). Επίσης, το βέβαιο είναι ότι δεν υπήρχαν Μακεδόνες Σλάβοι τότε, αφού οι Σλάβοι πρόγονοι των Σλαβομακεδόνων ήρθαν κατά τον 5ο και 6ο αιώνα μ.Χ. 

Ας δούμε τώρα τους πιο γενικούς λόγους για την ελληνική στάση. Ο ένας είναι η ίδια η ελληνική ταυτότητα και η εθνική αφήγηση των χιλιάδων χρόνων ένδοξης ιστορίας, η οποία έχει ως αποτέλεσμα οι Έλληνες να βλέπουν αφ’ υψηλού τα νεότερα βαλκανικά «εθνάρια», και με υπεροψία ειδικά τους Σλαβομακεδόνες. Εξού και οι πολλές ύβρεις με τις οποίες τους στόλισαν: κρατίδιο, υβρίδιο, μόρφωμα, κίβδηλο έθνος, τεχνητό κατασκεύασμα, ψευδο-Μακεδόνες, Σκοπιανοί, Γύφτοι των Βαλκανίων, βλαχιά των Σκοπίων, Γυφτοσκοπιανοί, κλπ.. Όπως είχε επισημάνει το 1993 ο Αντώνης Λιάκος, στο Μακεδονικό πρόκειται για ιδεολογική χρησιμοποίηση της ιστορίας από την πλευρά των Ελλήνων, με όρους εθνικής ιδεολογίας του 19ου αιώνα, «με το επιχείρημα ότι οι τίτλοι ενός έθνους οφείλονται στην παλαιότητα της καταγωγής του. Έτσι, η ελληνική εθνική ιδεολογία, προβάλλοντας αξιώσεις σε μία ιστορία τεσσάρων χιλιετιών, μπορεί να αρνηθεί ακόμη και την ύπαρξη ενός έθνους του οποίου τα πιστοποιητικά δεν ανευρίσκονται πριν από την τελευταία εκατονταετία, τη νομιμότητα της γλώσσας του και τη σκοπιμότητα της κρατικής του συγκρότησης», και παρά το γεγονός ότι τα περισσότερα έθνη είναι σύγχρονα, έχουν γεννηθεί κατά τον 20ό αιώνα.

Ο άλλος γενικός λόγος είναι η κυρίαρχη αντίληψη στην Ελλάδα σε ότι αφορά τους «ξένους» που «μας φθονούν» και «εξυφαίνουν συνωμοσίες σε βάρος μας», δηλαδή ο γνωστός ανθελληνισμός που υποτίθεται ότι κυριαρχεί διεθνώς, το αφήγημα του έθνους ανάδελφου ή «συνδρόμου του Διγενή Ακρίτα», όπως το είχα αποκαλέσει. Οι ξένοι «δεν μας κατάλαβαν» ή «θέλουν το κακό μας» και δεν μας στήριξαν στο «Σκοπιανό» ενώ «έχουμε το δίκιο με το μέρος μας» και ενώ μας «χρωστάνε» ως απόγονους των απαράμιλλων αρχαίων Ελλήνων, της κοιτίδας του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

 

Τα αίτια για την αρνητική στάση της άλλης πλευράς

Τα προφανή αίτια της στάσης της άλλης πλευράς είναι τα εξής: η μεγάλη πικρία τους για την άδικη μοιρασιά του 1913, η προσπάθεια εξελληνισμού όσων κατοικούσαν στην Ελλάδα («Μακεδονία του Αιγαίου») κατά την περίοδο 1919-1940, η καταπίεση του καθεστώτος Μεταξά, η φυγή και εκδίωξή τους στη δεκαετία του 1940, οι απαλλοτριώσεις-δημεύσεις περιουσιών, και βέβαια πάνω απ’ όλα η μη αναγνώρισή τους, η απόρριψη της ίδιας τους της ταυτότητας και της μητρικής τους γλώσσας από τους Έλληνες, πράγμα ιδιαίτερα βαρύ και αφόρητο ειδικά για ένα νέο, σχετικά ανασφαλές έθνος. 

Υπάρχουν όμως και διάφοροι κρυφοί λόγοι για τη στάση τους, «σκελετοί στην ντουλάπα» όπως και στην ελληνική περίπτωση. Ας αναζητήσουμε μερικούς.

Πρώτον, αν και βρίσκονταν οι Σλάβοι πρόγονοι τους στην ευρύτερη Μακεδονία επί αιώνες (και πριν από την εποχή του Κύριλλου και του Μεθόδιου, δηλαδή από τον 6ο αιώνα μ.Χ.), εντούτοις άργησαν πολύ να αποκτήσουν ξεχωριστή εθνική συνείδηση. Η ταυτότητα τους, ακόμη και με την έλευση του αιώνα του εθνικισμού, του 19ου, παρέμενε είτε βουλγαρική είτε ασαφής και ρευστή, μάλλον επειδή ο όγκος των τότε κατοίκων ήταν αγράμματοι χωρικοί, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Ωστόσο, αγράμματοι χωρικοί ήταν εκατόν είκοσι χρόνια πριν σχεδόν όλοι οι Σέρβοι και ογδόντα χρόνια πριν οι περισσότεροι Βούλγαροι αλλά αυτό δεν τους εμπόδισε να αποκτήσουν εθνική συνείδηση. Πάντως είναι το προτελευταίο νέο έθνος των Βαλκανίων (με τελευταίο τους Βόσνιους Μουσουλμάνους), με ιστορία 70 με 80 έτη. Αρχικά, όπως είπαμε πολλοί ταυτίζονταν με τους Βούλγαρους και με τον βουλγαρικό εθνικισμό. Μάλιστα ορισμένοι, αν και σλαβόφωνοι, ταυτίστηκαν στις αρχές του 20ού αιώνα με τους Έλληνες (αρχικά ως «πατριαρχικοί») και έγιναν Έλληνες (Γραικομάνοι) ή άλλαζαν ταυτότητα κατά περίπτωση, από το 1904 (με τον ελληνικό Μακεδονικό Αγώνα) μέχρι τον διαμοιρασμό της Μακεδονίας σε τρία μέρη.

Δεύτερον, ορισμένοι από αυτούς, στη γιουγκοσλαβική αλλά και στην ελληνική Μακεδονία, συνεργάστηκαν με τους κατακτητές το 1940-1944 και κατά κύριο λόγο με τους εθνοτικά συγγενείς τους Βουλγάρους, άλλο αν οι δεύτεροι με τη στάση τους γρήγορα τους αποξένωσαν.

Τρίτον, είναι η εθνική τους αφήγηση τους που πάσχει, η αρχική σε σχέση με τους Βούλγαρους (οικειοποίηση Αυτοκρατορίας Σαμουήλ, Κύριλλου και Μεθοδίου, κλπ.), προκειμένου να μην θεωρηθούν Βούλγαροι, και η πιο πρόσφατη, γνωστή ως antikvizatzija (αρχαιοποίηση ή εξαρχαϊσμός). Η δεύτερη αυτή στρεβλή εθνική αφήγηση κυρίως των εθνικιστών της Δεξιάς ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του 1990, αρχικά από ερασιτέχνες ιστορικούς και εθνικιστές πολιτικούς, που υποστήριξαν ότι έχουν αρχαία μακεδονική καταγωγή, δηλαδή ότι έχουν πρόγονους τον Φίλιππο και τον Μέγα Αλέξανδρο. Η εξωπραγματική αυτή εθνική αφήγηση είναι δημοφιλής, λόγω του μεγάλου γοήτρου που τους προσδίδει, πλην όμως δεν έχει επικρατήσει τελείως και υφίσταται δριμεία κριτική από τους πιο σοβαρούς Μακεδόνες ιστορικούς και άλλους σοβαρούς κοινωνικούς επιστήμονες.

Απ’ ότι φαίνεται αυτή η τάση γεννήθηκε κυρίως ως αντίδραση στην υπερφίαλη ελληνική στάση και στην «υστερική αντι-μακεδονική καμπάνια της Ελλάδας». Αποτέλεσε απάντηση στην άρνηση της Ελλάδας να αποδεχθεί τον όρο Μακεδονία, και στην αποκλειστικότητα του όρου, με την αρχαία φημισμένη Μακεδονία να θεωρείται ελληνική, μέρος μόνο της ελληνικής κληρονομιάς και εθνικής ιστορικής αφήγησης και ταυτότητας. Κατόπιν αυτού, οι Σλαβομακεδόνες αντιτάχθηκαν στην αποκλειστική ιδιοκτησία της αρχαίας Μακεδονίας και των συμβόλων της από τους Έλληνες. Με αυτόν τον τρόπο επιχείρησαν να ενισχύσουν τις δικές τους αξιώσεις στον όνομα και στη γεωγραφική περιοχή, κάνοντας το τμήμα της δικής τους εθνικής κληρονομιάς και όχι των Ελλήνων. Αν δηλαδή η Ελλάδα, με πρωταγωνιστές τους Σαμαρά, Παπαθεμελή, Μάρτη και άλλους «Μακεδονομάχους» δεν είχε δώσει τόση έμφαση στον Μέγα Αλέξανδρο και στους αρχαίους Μακεδόνες, αν δεν είχε αποκλειστεί ο όρος Μακεδονία και τα παράγωγα του, τότε μάλλον δεν θα είχαμε αυτό που προέκυψε ως εθνική αφήγηση της γειτονικής χώρας, εθνική αφήγηση που καθιστά την επίλυση της διένεξης για το όνομα πολύ πιο δύσκολη. Οι Έλληνες φώναζαν ότι το όνομα «είναι η ψυχή μας», αλλά είναι η ψυχή και των «Μακεδόνων» – και ίσως περισσότερο, γιατί έχουν πολύ λίγα εκτός από το όνομά τους ως ταυτότητα. Με άλλα λόγια, αν για τους Έλληνες είναι σημαντικό τμήμα της πολιτισμικής τους κληρονομιάς, για τους Μακεδόνες έχει αποβεί η ίδια η πολιτισμική τους κληρονομιά άσχετα αν αυτή η ανάγνωση δεν συνάδει με τη σοβαρή ιστοριογραφική έρευνα.

Αν και η αφήγηση αυτή δεν έχει καμία βάση –πλην της σύμπτωσης του ονόματος «Μακεδονία» και «Μακεδόνες»–, εντούτοις επιμένουν σε αυτή, με δεδομένη την απαράμιλλη αίγλη και την ευρωπαϊκή ταυτότητα των αρχαίων Μακεδόνων που τους προσδίδει αυτή η εθνική κατασκευή: άλλο απόγονος των Σλάβων και άλλο απόγονος των Ευρωπαίων Μακεδόνων που κατέκτησαν την τότε γνωστή οικουμένη. Ωστόσο, η ταύτιση των κατοίκων της ευρύτερης Μακεδονίας με τον Μέγα Αλέξανδρο έχει βαθιές ρίζες ανάμεσα στους νότιους σλαβόφωνους κατά τον 19ο αιώνα και πρωτοεμφανίστηκε σε γραπτά κείμενα της Αναγέννησης στη Δημοκρατία της Ραγκούσας (σημερινές δαλματικές ακτές της Κροατίας). Πάντως, οι μισοί και πλέον Σλαβομακεδόνες –και σαφέστατα οι κεντροαριστεροί ή αριστεροί Σλαβομακεδόνες, ξεκινώντας από τον Γκλιγκόροφ χθες, και σήμερα με τον Πρωθυπουργό Ζάεφ και τον υπουργό εξωτερικών Ντιμιτρόφ–, απορρίπτουν την αρχαιοποίηση ως ανοησία και τονίζουν τη σλαβική τους καταγωγή και την έλευση των Σλάβων προγόνων τους στα Βαλκάνια κατά τον 5ο και 6ο αιώνα μ.Χ. 

Γενικότερα, η αρχαιοποίηση και άλλες υπερβολικές αντιδράσεις των γειτόνων οφείλονται σε ανασφάλεια που κάθε άλλο παρά αδικαιολόγητη είναι. Η χώρα αυτή, με το που έγινε ανεξάρτητο κράτος αισθάνθηκε την απειλή των γειτόνων που θεωρούσαν ότι θα διαλυόταν στο άμεσο μέλλον – στη δε βουλγαρική περίπτωση ότι θα εξαφανιζόταν, με το να αγκαλιάσει τη «μητέρα πατρίδα» και να ενωθεί μαζί της. Η αμφισβήτηση ήταν μεγάλου διαμετρήματος μια και αφορούσε τη γλώσσα (από πλευράς Βουλγαρίας και Ελλάδας), την εκκλησία (από πλευράς Γιουγκοσλαβίας-Σερβίας), τη σημαία (από πλευράς Ελλάδας), το όνομα (από πλευράς Ελλάδας), το έθνος (από πλευράς Βουλγαρίας και Ελλάδας) και βέβαια το ίδιο το κράτος και από τους τρεις γείτονες, εν μέρει και από την πλευρά της Αλβανίας λόγω των Αλβανών εκεί.

Υπάρχει τέλος και το θέμα του όρου Σλαβομακεδονία (και Σλαβομακεδόνες ή Μακεδονοσλάβοι) που έχει προτείνει παλιότερα η ελληνική πλευρά, και πάγια απορρίπτεται, ενώ μάλλον αποδίδει την ταυτότητα του έθνους αυτού και μάλιστα είχε χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν (στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού αιώνα) από ορισμένους διανοούμενους και ακτιβιστές σκαπανείς του νέου αυτού έθνους. Η μη αποδοχή του όρου αυτού από τα Σκόπια γίνεται με τρία επιχειρήματα: (α) ότι οι ίδιοι έχουν τελικά επιλέξει το «Μακεδόνες» και «Μακεδονία», (β) ότι δεν μπορεί να υπάρχουν Σλαβο-Μακεδόνες, όπως δεν υπάρχουν Σλαβο-Πολωνοί ή Σλαβο-Ρώσοι και (γ) ότι αυτή την ονομασία την αποδέχονται και Αλβανοί για το όνομα της χώρας στην οποία ανήκουν και εκείνοι, ως γεωγραφικό και όχι ως εθνικό όρο. Σε ότι αφορά το τρίτο επιχείρημα, η μία πλευρά (οι Αλβανοί) δεν χρησιμοποιεί το «Μακεδονία» όπως το εννοεί η άλλη πλευρά, που με το όνομα αυτό υποδηλώνει την εθνική της ταυτότητα – δηλαδή έχουν ταυτίσει το έθνος («Μακεδόνες») με το κράτος («Μακεδονία»). Μπορεί η ίδια ονομασία να σημαίνει δύο διαφορετικά πράγματα; Όσο αξιοπερίεργο και να φαίνεται αυτό και πέρα από την καρτεσιανή λογική, φαίνεται ότι ισχύει και πάντως το αποδέχονται και οι δύο συστατικές εθνικές κοινότητες της πΓΔΜ. Ίσως η περίπτωση της Ισπανίας να μοιάζει με αυτό το παράδοξο, υπό την έννοια ότι η ονομασία Ισπανία (που είχε προέλευση φοινικική και ρωμαϊκή) συνδέθηκε μεν αργότερα, στην Αναγέννηση, με τους Καστιλιανούς, με τα ισπανικά να είναι τα αρχικά καστιλιάνικα, πλην όμως η Ισπανία ως ονομασία γεωγραφική αγκαλιάζει και τα άλλα έθνη της Ισπανίας, όπως οι Βάσκοι και οι Καταλανοί.

 

(πρώτη δημοσίευση: περιοδικό ΧΡΟΝΟΣ, 27 Ιανουαρίου 2018)

ΧΡΟΝΟΣ #57, 27 Ιανουαρίου 2018

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ ΣΤΟΝ ΧΡΟΝΟ:
 
 
 
Ο Δημήτρης Χριστόπουλος συνομιλεί με την Αθηνά Σκουλαρίκη:
(τχ. 49)
 
(τχ. 36)
 
Άκης Γαβριηλίδης
Μακεδονικότητες
(τχ. 05)
 

O Αλέξης Ηρακλείδης είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Ανάλυσης Συγκρούσεων στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου, και έχει διατελέσει εμπειρογνώμων του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών για τις μειονότητες και τα ανθρώπινα δικαιώματα στους διεθνείς οργανισμούς (1983-1997). Σπούδασε στην Πάντειο Σχολή και στα πανεπιστήμια του Λονδίνου (University College) και του Kent. Επιστημονικά ασχολείται κυρίως με τις εθνοτικές και αποσχιστικές συγκρούσεις, την αυτοδιάθεση των λαών, την επέμβαση σε αποσχιστικές συγκρούσεις, τις εθνικές και εθνοτικές μειονότητες, την ανθρωπιστική επέμβαση, τη Διάσκεψη για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΔΑΣΕ), τον εθνικισμό στην εξωτερική πολιτική και με συγκεκριμένες συγκρούσεις, με κύριο στόχο την επίλυσή τους, όπως το Μεσανατολικό, το Κόσοβο, την ελληνοτουρκική διένεξη, το Κυπριακό, το Νοτιοσουδανικό πρόβλημα, κ.ά. Έχει συγγράψει έξι βιβλία στα αγγλικά και δέκα στα ελληνικά, και πενήντα papers σε ξένα και ελληνικά επιστημονικά περιοδικά και βιβλία. Κυριότερα Βιβλία: The Self-Determination of Minorities in International Politics (Λονδίνο, 1991), Η αραβοϊσραηλινή αντιπαράθεση: Η προβληματική της ειρηνικής επίλυσης (Αθήνα, 1991), Security and Co-operation in Europe: The Human Dimension, 1972-1992 (Λονδίνο, 1993), Helsinki-II and its Aftermath: The Making of the CSCE into an International Organization (Λονδίνο, 1993), Η Ελλάδα και ο «εξ ανατολών κίνδυνος» (Αθήνα, 2001), που εκδόθηκε και στα τουρκικά, Το Κυπριακό: σύγκρουση και επίλυση (Αθήνα, 2002), Το Κυπριακό πρόβλημα, 1947-2004: από την ένωση στη διχοτόμηση; (Αθήνα, 2006), Άσπονδοι γείτονες. Ελλάδα-Τουρκία: η διένεξη του Αιγαίου (Αθήνα, 2007), The Greek-Turkish Conflict in the Aegean: Imagined Enemies (Basingstoke, 2010), και με την Άντα Διάλλα, Humanitarian Intervention in the Long Nineteenth Century: Setting the Precedent (Manchester, 2015).

Ενημερωθείτε για τα νέα μας άρθρα, τις εκδηλώσεις και τα βιβλία των συνεργατών μας μέσω του newsletter ΤΟΒΙΒΛΙΟ.

Info