Το πολιτικό πορτρέτο της Ελλάδας

Μυρσίνη Ζορμπά

Κρίση και η αποδόμηση του πολιτικού / Ν. Γ. Γεωργαράκης, Ν. Δεμερτζής (επιμ.) / ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ – Gutenberg, 2015

Ο τόμος του ΕΚΚΕ σε επιμέλεια Ν. Γεωργαράκη και Ν. Δεμερτζή συγκεντρώνει αναλύσεις 34 συγγραφέων, συνθέτοντας ένα σημαντικό σημείο αναφοράς για την περίοδο της κρίσης από το 2009 έως τον Ιανουάριο του 2015 (εκλογές). Εξαιτίας των πυκνών και καταιγιστικών γεγονότων, των ανατροπών και της καθημερινής έντασης στην ειδησεογραφία, η περίοδος αυτή κινδυνεύει –όσο απομακρύνεται ως παρελθόν– να νεφελοποιείται και να απλοποιείται μανιχαϊστικά σε στερεότυπα σχήματα, προσαρμοσμένα στις μετέπειτα πιο πρόσφατες εξελίξεις και τις εκάστοτε επίκαιρες πολιτικές ερμηνείες της συγκυρίας. Γι αυτό και ο τόμος αποτελεί στέρεο σημείο αναφοράς με τις αναλύσεις και την πολυφωνία του προβληματισμού των συγγραφέων του, καθώς διαθέτει οργανωμένα στα κεφάλαιά του τα μεγάλα διακυβεύματα αυτής της πενταετίας, εκκινώντας από την αποδόμηση και τις μεταμορφώσεις του πολιτικού, τα κόμματα, τις εκλογικές αναμετρήσεις και την κοινωνία πολιτών και φτάνοντας στους μετασχηματισμούς της δημόσιας πολιτικής μέσα από την ανάλυση της οικονομικής κρίσης, των ΜΜΕ και των θεσμών. 

Τα κοινωνιολογικά εργαλεία που χρησιμοποιούν οι ερευνητές προκειμένου να εξετάσουν στο φως της συνέχειας βήμα προς βήμα τα δεδομένα, τις τομές, τις αντιφάσεις και τις ανατροπές, φέρνουν στο φως το πολυμορφικό πορτρέτο της χώρας κατά την κρίσιμη αυτή περίοδο αλλά και ένα πλούσιο ρεπερτόριο που αφορά την προ κρίσης περίοδο. Οι ερευνητές του ΕΚΚΕ και οι άλλοι επιστήμονες που συνεργάστηκαν σ’ αυτή την προσπάθεια αποτύπωσης, ανάλυσης και αναστοχασμού, αποφεύγουν οι περισσότεροι σε σημαντικό βαθμό τις εύκολες, κοινώς αποδεκτές εποχιακές ερμηνείες και σκάβουν βαθύτερα, αναζητώντας δομικές απαντήσεις. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο αναγνώστης νιώθει να κερδίζει από τη δουλειά που έχει προηγηθεί στο περιβάλλον του ερευνητικού κέντρου από μελετητές που παρακολουθούν συστηματικά και επεξεργάζονται τα δεδομένα αλλά και τη διεθνή σκηνή, συγκροτώντας έναν πυρήνα ανάλυσης με αξιώσεις, που εμπεριέχει όχι μόνο διαπιστώσεις αλλά και εργαλεία παρέμβασης. 

Το πορτρέτο που προκύπτει για τη χώρα αποτυπώνει, έτσι, όχι μόνο το τι συνέβη, τι έγινε λάθος και τις αιτίες τους αλλά, ορισμένες φορές, και το τι θα πρέπει να γίνει, τις αναδιαρθρώσεις, τις δημόσιες πολιτικές και την αλλαγή πορείας για να υπάρξει πρόοδος σε επίπεδο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό. Οι διαψεύσεις, οι αναντιστοιχίες και οι ασυνέπειες που περιγράφονται λειτουργούν και ως εργαλεία με τα οποία δεν ανασκάπτεται μόνο το παρελθόν αλλά με τα οποία μπορούν να καλλιεργηθούν κατάλληλα οι απαντήσεις και τα σχέδια για τις ανάγκες του μέλλοντος και, σίγουρα, μια νέα μεθοδολογία προσέγγισης, πιο αυστηρή και πιο συνεπής, προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα ακανθώδη προβλήματα που βιώνουμε. 

Από την πληθώρα των θεμάτων του τόμου, θα επιλέξω αναγκαστικά να σχολιάσω εδώ ελάχιστα μόνο ζητήματα που βρήκα πιο προκλητικά και κρίσιμα, θεωρώντας ότι η συζήτηση θα πρέπει να συνεχιστεί γύρω από όλα αυτά και με άλλους τρόπους.

Οι μεταμορφώσεις του πολιτικού, που αφορούν τις βασικές κατευθύνσεις στις πολιτικές συμπεριφορές, την τοποθέτηση στην αριστερά ή τη δεξιά, την πολιτική συμμετοχή και τη διαμαρτυρία στο πρώτο μέρος του τόμου μας προσφέρει μια πρώτη συνολική εικόνα των βαθύτερων αναταράξεων του πολιτικού πεδίου. Τα κόμματα και οι εκλογικές αναμετρήσεις, που αφορούν την ιδιαίτερη ανάλυση των μεταβολών του πολιτικού συστήματος, την ανανέωση των βουλευτών, τη χρηματοδότηση των κομμάτων, την άνοδο της Χρυσής Αυγής και την κουλτούρα της βίας, συμπληρώνουν τις λεπτομέρειες της παραπάνω εικόνας. Σε συνέχεια, η ανάλυση της κοινωνίας πολιτών στην εποχή της κρίσης, που αφορά την έκφραση και την κινητικότητα των μη κυβερνητικών οργανώσεων, τα συνδικάτα και τα κινήματα, συμπυκνώνει ίσως περισσότερο απ’ όλα τα παραπάνω τον τρόπο με τον οποίο λειτούργησαν οι δρώντες στο δημόσιο χώρο ως συλλογικότητες. Ιδιαίτερα η ανάλυση του Αλέξανδρου Αφουξενίδη, καθώς μάλιστα βασίζεται σε μια πολύχρονη έρευνα καταγραφής, δείχνει ανάγλυφα τις συνισταμένες, τις τάσεις, τις κατηγοριοποιήσεις και τα επίπεδα στα οποία λειτούργησαν οι οργανισμοί που γεννήθηκαν στους κόλπους της κοινωνίας πολιτών. Οι πίνακες με τις κατηγοριοποιήσεις των ελληνικών και ξένων ΜΚΟ, ο θεματικός τους προσανατολισμός, η γεωγραφική κατανομή αλλά και οι αντίστοιχοι των φορέων της ευρύτερης κοινωνίας των πολιτών είναι πολύ διαφωτιστικοί για να αντιληφθεί κάποιος το εύρος των προβλημάτων στα οποία αποπειράθηκε να απαντήσει με το δικό της ιδιαίτερο τρόπο η κοινωνία πολιτών. Κάτι το οποίο αποτέλεσε πρόκληση για την ίδια, καθώς μαζί με τα προβλήματα και την ανταπόκριση σ’ αυτά αναπτύχθηκαν και διαμορφώθηκαν νέου τύπου κοινωνικές παρεμβάσεις, στις οποίες προσανατολίστηκε ένας μεγάλος αριθμός πολιτών μέσα από συλλογικές πρωτοβουλίες και οργανώσεις του τρίτου τομέα. Σωστά, ωστόσο, ο συγγραφέας επισημαίνει ότι «η δυναμική των φορέων αυτών να λειτουργήσουν ως οργανώσεις συνδιαμόρφωσης πολιτικών ακυρώθηκε με αποτέλεσμα να μετατραπούν σταδιακά σε διαμεσολαβητές υλοποίησης εθνικών ή ευρωπαϊκών κοινοτικών προγραμμάτων». Αυτή η διαπίστωση έχει ιδιαίτερη σημασία και αξίζει να συζητηθεί σε κάποια άλλη ευκαιρία πιο διεξοδικά. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, διαμορφώθηκε μια νέα ραχοκοκαλιά στους κόλπους της κοινωνίας πολιτών, η οποία προώθησε στις συνθήκες κρίσης τις πρακτικές κοινωνικής αλληλεγγύης, την ανθρωπιστική βοήθεια, την προσφορά εθελοντικής εργασίας, και άνοιξε τον κοινωνικό ορίζοντα στη συμμετοχή νέων φοιτητών και επιστημόνων. Θα πρόσθετα μάλιστα, στο σημείο αυτό, ότι οι εξελίξεις του 2016 δίνουν στη συνέχεια νέα στοιχεία και περιεχόμενο σε αυτή την κατεύθυνση και αξίζει να αναλυθούν ιδιαίτερα οι τρόποι συνεργασίας των ελληνικών και ξένων ΜΚΟ στο πεδίο του προσφυγικού, η σχέση τους με την κεντρική κυβέρνηση, με οργανισμούς ομπρέλες που δρουν σε παγκόσμιο επίπεδο και με την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ, καθώς και οι αποφάσεις και χρηματοδοτήσεις της ΕΕ. Όλο αυτό το πλέγμα δεν έχει μόνο ενδιαφέρον από άποψη καταγραφής και κοινωνιολογικής ανάλυσης ή για τις επιπτώσεις του στο εθελοντικό κίνημα που μετατρέπεται σταδιακά σε επαγγελματική απασχόληση αλλά και από την άποψη της διαμόρφωσης ταυτοτήτων και πολιτισμικών αναπαραστάσεων για τη νέα, κυρίως, γενιά. Από αυτή την άποψη το παραπάνω άρθρο είναι χρήσιμο να διαβαστεί σε συνδυασμό με εκείνο των Κάρολου Ιωσήφ Καβουλάκου και Γιώργου Γριτζά, με τίτλο «Κινήματα κι εναλλακτικοί χώροι στην Ελλάδα της κρίσης. Μια νέα κοινωνία πολιτών». Σε αυτό, οι δύο συγγραφείς αναλύουν τους εναλλακτικούς πολιτικούς και οικονομικούς χώρους με το βλέμμα στραμμένο στα ζητήματα δημόσιου διαλόγου, δημοκρατίας, κοινωνικής ανισότητας, συμμετοχικών διαδικασιών και αμοιβαιότητας. Επισημαίνουν τα γεγονότα κοινωνικής διαμαρτυρίας, τις συγκρούσεις, τα κινήματα των πλατειών και τα εν γένει κοινωνικά εγχειρήματα, όπως τράπεζες χρόνου, κοινωνικά ιατρεία, παντοπωλεία, κ.λπ., υπογραμμίζοντας τις διαφορές τους από τις άλλες μορφές της κοινωνίας πολιτών, όπως οι ΜΚΟ και τα ιδρύματα. Μας οδηγούν στο κομβικό πεδίο που οφείλουμε να εξετάσουμε, δηλαδή στη σύνδεση των τριών αυτών πλεγμάτων της κοινωνίας πολιτών που είναι οι ΜΚΟ, τα κινήματα και τα ιδρύματα, στο βαθμό που επιχειρούν καθένα με το δικό τρόπο και στόχους μια κοινωνική παρέμβαση εκ παραλλήλου, στη σκιά του ή σε συνεργασία με το κράτος. Ο βαθμός αποτελεσματικότητας, το κόστος-όφελος, το πλαίσιο λειτουργίας αυτής της «συναρμογής», της οποίας η παρουσία εντάθηκε στην εποχή της κρίσης, είναι σημαντικά τόσο για την κοινωνία των πολιτών ως τέτοια, όσο και για το ίδιο το κράτος. Πολύ περισσότερο, ωστόσο, θα πρέπει να δούμε με προσοχή τις πολιτισμικές αναπαραστάσεις που αυτό παράγει και θέτει σε κίνηση, γιατί αυτές θα αποτελέσουν τον οδηγό για το μέλλον της κοινωνίας μας και για το πώς αντιλαμβανόμαστε τους εαυτούς μας και τους Άλλους.

 

Οι μετασχηματισμοί των δημόσιων πολιτικών που περιλαμβάνονται στο δεύτερο μέρος του τόμου, αφορούν καταρχάς τις διαρθρωτικές αλλαγές και τη δημόσια διοίκηση με το βλέμμα στο παρελθόν σαν πεδίο αναποτελεσματικών μεταρρυθμιστικών προσπαθειών και την κρίση μέσω των μνημονίων σαν δέσμευση απορρέουσα από τις δανειακές συμβάσεις. Η υπογράμμιση, ωστόσο, του συγγραφέα Ν. Τσέκου ότι «οι αναφορές στα ευρύτερα θέματα της δομικής διοικητικής μεταρρύθμισης είναι περιορισμένες» υποδηλώνει τον περιορισμό και τη ρηχότητα των αλλαγών προς μια εργαλειακή περισσότερο, και λιγότερο μια διαρθρωτική κατεύθυνση. Το κείμενο που ακολουθεί, σχετικά με την οικονομική κρίση και το κράτος πρόνοιας, του Σάββα Ρομπόλη αποτελεί, με τον ευρύ προβληματισμό και τη στοχευμένη επιχειρηματολογία του, ένα κεφάλαιο-κλειδί στον τόμο. Εκκινώντας από την κρίση της πραγματικής οικονομίας που αγγίζει τα θέματα της παραγωγής, της απασχόλησης και του εισοδήματος της μισθωτής εργασίας στέκεται απέναντι στο μεγάλο ζήτημα της ανάπτυξης, διατυπώνοντάς το ως εξής: «Η εναλλακτική στρατηγική ανασυγκρότησης της οικονομίας αλληλοτροφοδοτεί την ανάπτυξη με την απασχόληση και την ανασύσταση του κράτους πρόνοιας καθώς και την αποκλιμάκωση του χρέους». Ο συγγραφέας, στραμμένος στον ευρωπαϊκό ορίζοντα, αντιμετωπίζει το πλέγμα αυτών των προβλημάτων μέσα στο πλαίσιο των πολιτικών αποφάσεων της ΕΕ θεωρώντας ότι «η επίτευξη του στόχου της βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου και της ενίσχυσης του κοινωνικού κράτους στα κράτη-μέλη προϋποθέτει την επανεξέταση των προτεραιοτήτων και τη διατύπωση νέων επιλογών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, της οικονομικής και της κοινωνικής πολιτικής». Το νέο χάρτη διεύρυνσης των γεωγραφικών ανισοτήτων εξετάζει το κείμενο του Γιάννη Ψυχάρη, με μια σειρά γραφημάτων που δείχνουν ανάγλυφα τις δυσμενείς μεταβολές στις περιφερειακές ανισότητες. Δύο εκτενή κείμενα αφιερώνονται στο φλέγον θέμα της μετανάστευσης. Ο Νίκος Γεωργαράκης αναλύει την πολιτική για τη μετανάστευση και οι Χριστίνα Βαρουξή και Χαρά Στρατουδάκη την ένταξη των μεταναστών. Καθώς τον τελευταίο χρόνο η χιονοστιβάδα των προβλημάτων που προέκυψαν στο πεδίο αυτό υπήρξε καταιγιστική, τα δύο κείμενα αποτελούν μιας πρώτης τάξεως εισαγωγή σε ένα θέμα που εξελίσσεται κάτω από τα μάτια μας με μεγάλη πυκνότητα, ταχύτητα και απρόβλεπτες διαστάσεις. Οι παρατηρήσεις των συγγραφέων δείχνουν πόσο αναγκαία και κρίσιμη αποδεικνύεται η μεταναστευτική πολιτική ως μια πολιτική που πρέπει να συνδέεται και να διατρέχει με τις προτεραιότητές της πολλές από τις άλλες δημόσιες πολιτικές, όπως η προνοιακή, η εκπαιδευτική, η πολιτισμική. Τέλος, μια σειρά πολύ ενδιαφερόντων άρθρων για το επικοινωνιακό σύστημα, τις ειδήσεις της κρίσης, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, το διαδικτυακό ραδιόφωνο ρίχνουν φως στο θέμα που επίσης θα έβλεπε σημαντική εξέλιξη μέσα στο 2016. Ισχύει κι εδώ ό,τι σχολιάσαμε παραπάνω, δηλαδή ότι τα κείμενα αυτά είναι θεμελιώδη για να διαβάσει κάποιος με μεγαλύτερη ευκρίνεια και να κατανοήσει τις σημερινές εξελίξεις και, φοβάμαι, και τις αυριανές. 

Να σημειώσω ακόμη ότι η πλούσια βιβλιογραφία που ακολουθεί κάθε κείμενο του τόμου είναι εξαιρετικά χρήσιμη, καθώς συγκεντρώνει τις κυριότερες πηγές στις οποίες μπορεί κάποιος να ανατρέξει προκειμένου να επεκτείνει τη γνώση του σε μια συγκεκριμένη θεματική. 

 

ΥΓ. Η μελέτη αυτού του τόμου κράτησε αρκετούς μήνες, καθώς δεν ταίριαζε στο γνωστό ταχύ ρυθμό της φιλαναγνωστικής περιέργειας αλλά απαιτούσε την παρεμβολή μεγάλων χρονικών παύσεων για σκέψη και, ορισμένες φορές, αναθεώρηση προσωπικών απόψεων. Παράλληλα, στο ίδιο αυτό διάστημα διάβαζα την Αθηναίων Πολιτεία του Αριστοτέλη, επιτρέποντας στον εαυτό μου να διασταυρώνει προβληματισμούς που ανέκυπταν από τα δύο βιβλία. Η πολιτική οπτική που προέκυψε μέσα από τα δύο διασταυρούμενα κείμενα υπήρξε για μένα ανακουφιστική και, όσο κι αν φανεί παράδοξο, αισιόδοξη, καθώς οι δρώντες αναδεικνύονταν σταθερά ζωντανοί και αξιόμαχοι ακόμη και μέσα στο περιβάλλον των οξύτερων κρίσεων, υποκείμενα του καλού και του κακού μαζί, αντίπαλοι έτοιμοι να επιχειρηματολογήσουν και παλέψουν για τις ιδέες τους. Οι κρίσεις δεν σήμαιναν το τέλος του κόσμου αλλά κήρυσσαν τον πόλεμο της διεκδίκησης και του ελέγχου της εξουσίας, της συμμετοχής και της δημοκρατικής πεποίθησης, μια αναδιαπραγμάτευση που απαιτεί αντοχές, επιμονή και επινοητικότητα. Εκεί νιώθω ότι βρισκόμαστε και σήμερα. 

Η Μυρσίνη Ζορµπά είναι διδάκτωρ πολιτικών επιστηµών και ερευνήτρια πολιτισµικής πολιτικής. Σπούδασε νοµικά στο Πανεπιστήµιο Αθηνών και στο µεταπτυχιακό τµήµα Φιλοσοφίας του Δικαίου στο Πανεπιστήµιο της Ρώµης. Υπήρξε µέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (2000-2004). Διετέλεσε διευθύντρια του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (1995-1999). Υπήρξε συνεκδότρια του εκδοτικού οίκου Οδυσσέας, του οποίου την εκδοτική παραγωγή διηύθυνε επί δύο δεκαετίες, ενώ επιµελήθηκε και µετέφρασε πολυάριθµα βιβλία. Διετέλεσε διευθύντρια του Βιοµηχανικού Μουσείου Σύρου. Δίδαξε στο µεταπτυχιακό τµήµα Διοίκησης Πολιτιστικών Μονάδων του Ε.Α.Π. Έχει γράψει µονογραφίες, άρθρα και βιβλία, µεταξύ των οποίων: Πολιτική του Πολιτισμού. Ευρώπη & Ελλάδα στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα (Πατάκης, 2014), «La politique culturelle de la Grèce», στο Ph. Poirrier (επιµ.), Pour une histoire des politiques culturelles dans le monde 1945-2011 (La documentation Française, 2011), «Ηγεµονία και µετα-ηγεµονία στις πολιτισµικές σπουδές», στο Γ. Βούλγαρης (επιµ.), Στα µονοπάτια του Αντόνιο Γκράµσι – Πολιτική και πολιτισµός από το έθνος-κράτος στην παγκοσµιοποίηση (Θεµέλιο, 2010), «Conceptualizing Greek Cultural Policy», International Journal of Cultural Policy (2009), «Η Μελίνα Μερκούρη και η πολιτισµική πολιτική» και «Πολιτιστικές Πρωτεύουσες της Ευρώπης», στο Β. Βαµβακάς και Π. Παναγιωτόπουλος (επιµ.), Λεξικό της δεκαετίας του ’80 (το Πέρασµα, 2010), «Ανδρέας Παπανδρέου. Πολιτιστικό πορτρέτο», στο Β. Παναγιωτόπουλος (επιµ.), Ο Ανδρέας Παπανδρέου και η εποχή του (Ελληνικά Γράµµατα, 2009), «Le Livre en Grèce après la Deuxième Guerre Mondiale», Dictionnaire encyclopédique du livre et de l’édition (Electre, Paris 2005), Από τα Εξάρχεια στις Βρυξέλλες (Οδυσσέας, 2004), Η κρατική πολιτική βιβλίου στην Ελλάδα (Οδυσσέας, 1995).

Μυρσίνη Ζορμπά

Η μελέτη αυτού του τόμου κράτησε αρκετούς μήνες, καθώς δεν ταίριαζε στο γνωστό ταχύ ρυθμό της φιλαναγνωστικής περιέργειας αλλά απαιτούσε την παρεμβολή μεγάλων χρονικών παύσεων για σκέψη και, ορισμένες φορές, αναθεώρηση προσωπικών απόψεων. Παράλληλα, στο ίδιο αυτό διάστημα διάβαζα την Αθηναίων Πολιτεία του Αριστοτέλη, επιτρέποντας στον εαυτό μου να διασταυρώνει προβληματισμούς που ανέκυπταν από τα δύο βιβλία. Η πολιτική οπτική που προέκυψε μέσα από τα δύο διασταυρούμενα κείμενα υπήρξε για μένα ανακουφιστική και, όσο κι αν φανεί παράδοξο, αισιόδοξη, καθώς οι δρώντες αναδεικνύονταν σταθερά ζωντανοί και αξιόμαχοι ακόμη και μέσα στο περιβάλλον των οξύτερων κρίσεων, υποκείμενα του καλού και του κακού μαζί, αντίπαλοι έτοιμοι να επιχειρηματολογήσουν και παλέψουν για τις ιδέες τους. Οι κρίσεις δεν σήμαιναν το τέλος του κόσμου αλλά κήρυσσαν τον πόλεμο της διεκδίκησης και του ελέγχου της εξουσίας, της συμμετοχής και της δημοκρατικής πεποίθησης, μια αναδιαπραγμάτευση που απαιτεί αντοχές, επιμονή και επινοητικότητα. Εκεί νιώθω ότι βρισκόμαστε και σήμερα.

CHRONOS needs your support.

→ DONATION (bank, paypal)
Info