Η ανατρεπτική δυναμική του αστάθμητου

Νίκος Θεοτοκάς

Τα τελευταία –πολλά πλέον– χρόνια όλο και χάνονται, νομίζω, οι συνέχειες με τους καιρούς στους οποίους αναφέρθηκαν οι ομιλητές του συνεδρίου ιστορίας της Νεολαίας της ΕΔΑ. Φράσεις όπως «ο ρόλος της αριστερής νεολαίας» συνεχίζουν να παραπέμπουν σε σημασίες που, σε μας τους παλιούς και τους παλιότερους, φαίνονται αυτονόητες. Παραπέμπουν δηλαδή σε μια αυστηρά ιστορική έννοια της νεολαίας, σε συλλογικότητες, σε προτάγματα συνδεδεμένα με την αλλαγή, στη διεύρυνση και εμβάθυνση της δημοκρατίας, στη ρήξη με τους αρχαϊσμούς, στα δικαιώματα και στην προκοπή των ανθρώπων, στην προοπτική του σοσιαλισμού.

Φοβάμαι ότι, σήμερα, όλα τούτα δεν αποτελούν παρά κελύφη σημασιών, το περιεχόμενο των οποίων έπαψε να νοηματοδοτείται από τους ανοικτούς ορίζοντες κοινωνικών προσδοκιών. Το «αύριο» μοιάζει κλειστό, σκοτεινό, απρόσιτο. Και οι ιδεολογίες δεν ζωογονούνται από το μέλλον· επιβιώνουν και αναπαράγονται με υλικά και νοήματα ενός παρελθόντος που, όλο και περισσότερο, θολώνει στις εικόνες της αφαίρεσης και χάνει τις συνδέσεις του με την εμπειρία. Είναι το τέλος των ιδεολογιών ή το ξεκίνημα της ανανέωσης; Θα θυμηθώ μόνο τις αφηγήσεις φίλων που δεν είναι πια ανάμεσά μας, του Άγγελου Ελεφάντη ή του Φίλιππου Ηλιού για τον Μίμη Δεσποτίδη. «Το κόμμα –οι συλλογικότητες της Αριστεράς, θα μετέγραφα– είναι εκείνος ο ένας που θα ψάξει, θα βρει, θα πείσει και θα φέρει στον αγώνα άλλον έναν». Λόγια που πολλές και πολλοί κρατούν ως βίωμα.

Οι κληρονομημένοι αυτοματισμοί της σημερινής νεολαίας που επιμένει να κρατά αριστερό προσανατολισμό, σε όλο της το εύρος, στρέφονται προς τη διαμαρτυρία και τον κινηματισμό. Η οργάνωση, οι χώροι της συλλογικής σκέψης και δράσης δίνουν τη θέση τους σε απεικάσματα συλλογικότητας με αναφορά τη δράση. Με καταμερισμούς, αλληλεγγυότητες και οργανωτικές δομές, ασφαλώς. Με αναζήτηση ταυτοτήτων και αντιθέσεων. Δίχως όμως την αγωνία σύνδεσης της κινηματικής ριζοσπαστικής δυστροπίας με μια εναλλακτική προοπτική. Έξω και πέρα από την πολιτική, δηλαδή. Με εξαίρεση το ΚΚΕ. 

Αναφερόμενος στο ΚΚΕ, σκέφτομαι ποιοι χώροι της Αριστεράς διατηρούν ακόμη στις μέρες μας κάτι που θυμίζει εκείνο που στο λεξιλόγιό μας ονοματίζεται «συλλογικότητα». Είναι βαρύ αυτό που σκέφτομαι αλλά θα το πω: Πρόκειται για τους –μετρημένους πια– οργανωμένους χώρους που αναφέρονται στην Αριστερά, που χτίζουν την ιδεολογική τους ταυτότητα με αναφορά σε ιδιόμορφους –και αντιτιθέμενους– πολιτικούς χιλιασμούς. Με εμμονή στη διεκδίκηση των χαμένων παραδείσων, στην προσμονή της ανάστασης και της χιλιόχρονης βασιλείας του Σωτήρος και στη διαρκή υπόμνηση και καταδίκη της αμαρτίας που επέφερε την έκπτωση. Η εικόνα του αύριο είναι άδεια. Τη θέση της καταλαμβάνουν ξόανα στολισμένα με ψηφίδες από ιδεολογικές προβολές του παρελθόντος. Εδώ, οι επαγγελίες αναβίωσης των χαμένων παραδείσων γεμίζουν με θόρυβο τον ορίζοντα των προσδοκιών. Για μια ακόμα φορά βλέπουμε τους πεθαμένους να οδηγούν τους ζωντανούς. Κι όσοι μισούν και τους ζωντανούς και τους πεθαμένους, πασχίζουν για την καταστροφή του παρόντος που τους κουβαλάει, μαζί με δεινά και απελπισία. Αρχαίες διανοητικές δομές που φωλιάζουν στις νοοτροπίες και γεμίζουν τα μπουκάλια με βενζίνη. Ο κόσμος κυριαρχίας του νεοφιλελευθερισμού γίνεται ο κόσμος του Αντίχριστου που έχει λησμονηθεί το όνομά του. 

Μέσα στη θεωρητική μας ένδεια, λοιπόν, οι ιδεολογίες ανασκαλεύουν το χθες, απ’ όπου αρδεύεται ο λόγος των πολιτικών, κοινωνικών και πολιτισμικών διακυβεύσεων. Η διόρθωση του παρελθόντος, η λαθολογία, οι δικανικοί αναχρονισμοί, όλα αυτά αφαιρούν λίγο λίγο από τις συλλογικές παραστάσεις κάθε πεδίο αναφοράς στον ορθολογισμό. Κι αυτό δεν αφορά το ΚΚΕ ή μόνο το ΚΚΕ. Διατρέχει όλο το φάσμα της αυτοοριζόμενης «επαναστατικής Αριστεράς», διαπερνά τις κληρονομιές της κομμουνιστικής ανανέωσης, συνοδεύει κάθε απόπειρα αναστοχασμού στο πλαίσιο της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Η κοινωνία, σε πείσμα των αφορισμών του νεαρού Μαρξ το 1844, γίνεται και πάλι αντιληπτή «ως αφαίρεση έναντι του ατόμου». Και μια τέτοια αφαίρεση δεν μπορεί να είναι διαπραγματεύσιμη.

Η θεωρητική αμηχανία που σφραγίζει την ιδιώτευση, τις πολιτικές μετατοπίσεις ή τη σιωπή των διανοούμενων είναι κι αυτή ένα σύμπτωμα του κόσμου που ζούμε. Ενός κόσμου ο οποίος κλυδωνίζεται από αλλαγές που μας τυφλώνουν, παίζοντας με την αδυναμία μας να τις αντιληφθούμε, πόσο μάλλον να τις κατανοήσουμε και να δράσουμε συλλογικά. 

Ζούμε ξανά σε μια εποχή τεράτων και, πολύ καινούριο αυτό, βρισκόμαστε σε συνθήκες απερήμωσης των χώρων της συλλογικής δράσης. Ο καθένας μοναχός του. Σήμερα, η απαξίωση της οργανωμένης συλλογικότητας, με όλες τις αμαρτίες που κουβαλά και με τους σκελετούς που γεμίζουν τα ντουλάπια της, καταστρέφει, δίχως να τους αναπληρώνει, τους τόπους αναστοχασμού που τροφοδοτεί η κινηματική εμπειρία. Και για όσες κι όσους ασπρίσαν τα μαλλιά μας, αυτή η βαρυχειμωνιά πρέπει να μας τρομάζει. Οι συνταγές που ξέρουμε από το παρελθόν εξορίστηκαν από το μαγειρείο του μέλλοντος που ζούμε. Δίχως να πετάξουμε τίποτα, ούτε τους σκελετούς που εμείς βρήκαμε το κουράγιο να βγάλουμε στο φως, σε τι μας υποχρεώνει η διαρκώς παρούσα και διαρκώς ακυρούμενη επαγγελία της Ανανέωσης; Να ξανασκεφούμε, στοχαζόμενοι την ιστορία της Αριστεράς, πάνω στις αρχές των νέων ταυτοτήτων, των νέων αντιθέσεων και της εναλλακτικής πρότασης για τον κόσμο μας. Και να μην λησμονούμε ότι υπάρχει πάντα, στις δικές μας αποσκευές τουλάχιστον, το δύσκολο ερώτημα «τι να κάνουμε;» 

Από ποια στόφα μπορεί να φτιάχνεται σήμερα το κίνητρο να οργανώσουμε και να οργανωθούμε; Τι σημαίνουν όλα αυτά που ειπώθηκαν για τις κινητοποιήσεις των νέων στη μεταπολεμική περίοδο, για τους σημερινούς μαθητές, τα παιδιά που τέλειωσαν ή που τελειώνουν το σχολείο, για τους εργαζόμενους νέους, τους άνεργους ή τους φοιτητές, για τη ζωή τους και για το αύριο; Μέχρι να βρούμε ή να βρεθεί το νέο όραμα για την αλλαγή του κόσμου, ας πασχίσουμε για μια μεταρρύθμιση που τους επιστρέφει κάτι από τη ζωή τους. 

Αξίζει όμως να επιμείνουμε. Δοκιμάζοντας να καταστήσουμε τους νέους συμμέτοχους στις δημιουργίες διακυβεύσεων για το αύριο κι αναλογιζόμενοι τι πάει να πει σήμερα εκείνο το «να οργανώσουμε και να οργανωθούμε». Το πιθανότερο είναι ότι εμείς, οι παλιοί και οι παλαιότεροι, θα μείνουμε με τις εμμονές μας και η πραγματικότητα θα μας ξεπεράσει. Παρόλα όσα είπα, παραδόξως, αισθάνομαι αισιόδοξος. Είμαι πεισμένος, θέλω να πω, για τη δυναμική του αστάθμητου, που ανατρέπει τις προσμονές και ανοίγει απρόβλεπτα το μέλλον.

 

(πρώτη δημοσίευση: περιοδικό ΧΡΟΝΟΣ, 17 Δεκεμβρίου 2016)

ΧΡΟΝΟΣ #44, 17 Δεκεμβρίου 2016

Εισήγηση στο Συνέδριο της ΕΜΙΑΝ με θέμα: «Η Νεολαία της ΕΔΑ (Ν.ΕΔΑ). Η συμβολή της στην ανάπτυξη του νεολαιίστικου κινήματος και ο ρόλος της στις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις» (Αθήνα, 9-11 Δεκεμβρίου 2016)

Ο Νίκος Θεοτοκάς γεννήθηκε το 1956 στην Αθήνα. Σπούδασε Πολιτική Επιστήμη, Κοινωνιολογία και Ιστορία στην Αθήνα και στο Παρίσι. Είναι καθηγητής της Ιστορικής και Θεωρητικής Κοινωνιολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Μέλος της διεύθυνσης του περιοδικού δοκιμές - Επιθεώρηση Κοινωνικών Σπουδών, των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ), του Ινστιτούτου «Νίκος Πουλαντζάς», της «Fair Planet». Υπήρξε ο τελευταίος διευθυντής του Κέντρου Μαρξιστικών Σπουδών (ΚΜΑΣ) και συμμετείχε στη Σύνταξη του περιοδικού Ο Πολίτης. Το τελευταίο βιβλίο του είναι Ο βίος του στρατηγού Μακρυγιάννη. Απομνημόνευμα και Ιστορία, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2012, 22013.

Ηλεκτρονική διεύθυνση: ntheotokas@gmail.com

Μέχρι να βρούμε ή να βρεθεί το νέο όραμα για την αλλαγή του κόσμου, ας πασχίσουμε για μια μεταρρύθμιση που επιστρέφει στους νέους και στα παιδιά κάτι από τη ζωή τους. Το πιθανότερο είναι ότι εμείς, οι παλιοί και οι παλαιότεροι, θα μείνουμε με τις εμμονές μας και η πραγματικότητα θα μας ξεπεράσει. Παρόλ’ αυτά, παραδόξως, αισθάνομαι αισιόδοξος. Είμαι πεισμένος για τη δυναμική του αστάθμητου, που ανατρέπει τις προσμονές και ανοίγει απρόβλεπτα το μέλλον.

CHRONOS needs your support.

Info