Φανατισμός

Κώστας Σπηλιώτης

Από τον θρησκευτικό φονταμενταλισμό στον ναρκισσισμό της καθημερινής ζωής

Ο φανατισμός είναι μία έννοια που διαμορφώθηκε στα σπλάχνα του χριστιανικού κόσμου, στην πολιτική διαμάχη που ξέσπασε στις απαρχές του κινήματος της Μεταρρύθμισης, έπειτα από τη δημόσια δήλωση ανυπακοής του αυγουστινιανού μοναχού Μαρτίνου Λούθηρου προς την Αγία Έδρα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Στις 31 Οκτωβρίου 1517, ο Λούθηρος τοιχοκολλεί στην πύλη του καθεδρικού ναού της Βιτεμβέργης τις 95 θέσεις του, κυρίως εναντίον των πρακτικών χρηματοδότησης της παπικής Εκκλησίας, διακηρύσσοντας συνάμα το δικαίωμα των τοπικών Εκκλησιών να μην πληρώνουν φόρους στη ρωμαιοκαθολική Έδρα. Θεωρείται η εμβληματική πράξη που αποτέλεσε την απαρχή της Μεταρρύθμισης. 

Με την εισαγωγή νεωτερισμών στον χώρο της θεσμικής Εκκλησίας, όπως η μείωση του αριθμού των μυστηρίων και των τελετουργικών, η άρνηση του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, η κατά συνείδηση σχέση των πιστών με τον Λόγο του Θεού, ο εξοβελισμός των θεσμικών ιερέων και των εικόνων από τη σχέση του χριστιανού με τον Λόγο του Θεού, καθότι ιερέας είναι το πρόσωπο που επιθυμεί να αναπτύξει τη μοναδική σχέση του με τον Λόγο του Θεού, ο Λούθηρος αφαίρεσε από τη θεσμική Εκκλησία το εξουσιαστικό της υπόβαθρο, ανοίγοντας κατ' αυτό τον τρόπο το δρόμο στη ριζοσπαστική, εικονοκλαστική τάση που επιθυμούσε την άμεση κοινωνική εφαρμογή του Ευαγγελίου, ενώ η δαιμονοποίηση της παπικής Ρώμης ως ο Αντίχριστος που πρέπει να καταστραφεί έθεσε τα θεμέλια του φανατισμού. Οι ακραίοι Μεταρρυθμιστές, με πρωτεργάτες μεταξύ άλλων τον Carlstadt, τον Zwingli, τον Tomas Müntzer (η εμβληματική φιγούρα της Μεταρρύθμισης η οποία ηγήθηκε της «Χριστιανικής Συμμαχίας», του στρατού των χωρικών που κινήθηκε εναντίον των ηγεμόνων της εποχής), απαίτησαν όχι μονάχα θεσμικές μεταρρυθμίσεις στον χώρο της Εκκλησίας, αλλά και ριζικές κοινωνικοπολιτικές αλλαγές. Η φανατική πτέρυγα της Μεταρρύθμισης ανέπτυξε ένα εικονοκλαστικό κίνημα που είχε ως θεμέλιο λίθο την καταστροφή των ειδώλων κάθε εξουσίας, από την οικογένεια μέχρι την Εκκλησία και το κράτος. Τον ιδεολογικό κορμό αυτού του εικονοκλαστικού κινήματος συνέθεταν οι αναβαπτιστές, που διεκδίκησαν την εφαρμογή των αρχών της Παλαιάς Διαθήκης, όπως της κοινοκτημοσύνης και της πολυγαμίας, την άμεση εφαρμογή του ευαγγελικού μηνύματος με στόχο την εγκαθίδρυση της επί γης πολιτείας του Θεού, την ολοκληρωτική ανατροπή της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων. 

Ο Dominique Colas εξηγεί τον λόγο που οι φανατικοί θέλουν να εξαφανίσουν τον ενδιάμεσο χώρο που χωρίζει την πολιτεία του Θεού από την εγκόσμια πολιτεία (ή την κοινωνία των πολιτών), που χωρίζει τον Θεό από τις εικόνες του, την ουράνια Ιερουσαλήμ από τη διεφθαρμένη εγκόσμια Βαβυλώνα, την ουράνια ψυχή από το αμαρτωλό σώμα: «Οι εικονοκλάστες που επιτίθενται στους πίνακες και στα αγάλματα των εκκλησιών της Βιτεμβέργης, οι εξεγερμένοι χωρικοί, οι αναβαπτιστές που κυριεύουν την πόλη του Münster, για να εγκαθιδρύσουν το βασίλειο του Θεού, θέλουν να ανατρέψουν την καθεστηκυία τάξη ούτως ώστε να εφαρμόσουν, εδώ και τώρα, το βιβλικό μήνυμα στην πολιτική, κοινωνική και θρησκευτική του όψη. Ακόμη κι αν διαφέρουν ως προς το ύφος και τους διακηρυγμένους στόχους τους, σχηματίζουν ένα σύνολο: ορισμένοι αντι-βαβυλωνιακοί μαχητές περνούν από τη μια ομάδα στην άλλη και, κυρίως, όλοι αμφισβητούν, με τον λόγο τους καθώς και με τις βίαιες πράξεις τους, τη διάκριση μεταξύ της εγκόσμιας πολιτείας και της πολιτείας του Θεού. Επιθυμούν τον θάνατο της κοινωνίας των πολιτών, καθώς και τη χρονικά αμετάθετη και ανυποχώρητη εφαρμογή του γράμματος της Βίβλου».(1)

Το κίνημα της Μεταρρύθμισης προσέδωσε στην έννοια του φανατισμού το κατεξοχήν θεολογικοπολιτικό περιεχόμενό του: φανατικός είναι εκείνος που θέλει και επιχειρεί να καταλύσει τη διεφθαρμένη και ατελή εγκόσμια πολιτεία και να εγκαθιδρύσει στη θέση της την ιδανική πολιτεία που δεν είναι άλλη από εκείνη του Θεού. Ένας φανατικός θα κατέστρεφε, στο όνομα της μοναδικής αλήθειας (του Θεού, μιας κοινωνικής τάξης ή ιδεολογίας, ή του προσωπικού του πιστεύω), κάθε μορφή κοινωνικής ομάδας ή κράτους, επιβάλλοντας την αλήθεια του ως «ιερή» αλήθεια την οποία όλοι πρέπει να πιστεύουν και να ακολουθούν. 

Στην πορεία των νεώτερων χρόνων, από τη Μεταρρύθμιση και έπειτα, φανατισμός και αντιφανατισμός έγιναν συνθήματα, αλλά, κυρίως, μορφοποίησαν ποικιλοτρόπως τη σχέση εξουσίας και αντιεξουσίας, επανάστασης και αντεπανάστασης, τις σχέσεις κράτους και Εκκλησίας, κράτους και κοινωνίας των πολιτών, καθώς και τη σχέση μεταξύ ιδεώδους και πραγματικού. Αυτή η τελευταία σχέση αποτελεί και αντικείμενο διαπραγμάτευσης της παρούσης εργασίας. 

 

Ταύτιση ιδεώδους και πραγματικού 

Η λέξη «φανατικός» προέρχεται από το λατινικό fanum που σημαίνει ιερό, τέμενος, ναός. Fanaticus σημαίνει ιερομανής, θεομανής, θεόληπτος, αλλά και μανιακός, μανιώδης, ενώ οι fanatici ήταν ιερείς της Κυβέλης, της Ενυούς ή της Ίσιδας.(2) Όταν οι μεταρρυθμιστές Καλβίνος και Μελάγχθων αναφέρονται στους αναβαπτιστές, μιλώντας για τα αποκυήματα της νοσηρής φαντασίας αυτών των «phantastiques» (το γαλλικό ισοδύναμο του fanatici), χρησιμοποιούν λέξεις όπως «phantaisie», «phantôme», η γραφή των οποίων είναι επηρεασμένη από την ελληνική γλώσσα, ενώ η γαλλική λέξη «phanatisme», σύμφωνα με τον Ντομινίκ Κολά, προέρχεται από την ελληνική λέξη «φάντασμα». Όσοι διακατέχονται από φαντασιοκοπίες, από ιδέες που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, που κατάγονται από έναν κόσμο φαντασιακό, είναι παραληρηματικοί και συγχέουν το επιθυμητό με το πραγματικό, ανάγοντας το επιθυμητό σε ιδεώδες που πόρρω απέχει από το να γίνει πραγματικό. Ο Λούθηρος χρησιμοποιεί τη λέξη «Schwärmer» –η ετυμολογία της οποίας είναι το απότομο πέταγμα ενός σμήνους εντόμων– για να χαρακτηρίσει όλους αυτούς τους «ψευδοπροφήτες», ή «προφήτες του θανάτου», που πιστεύουν ότι η θεία φώτιση τους έχει χαρίσει την αλήθεια, αυτοπροσδιορίζονται δηλαδή σαν ένα είδος εκλεκτών του Θεού που κατέχουν το μονοπώλιο της αληθινής γνώσης και επιδιώκουν να την εφαρμόσουν εδώ και τώρα. 

Η πραγματικότητα την οποία επιθυμεί ένας φανατικός επιβάλλεται να γίνει πραγματικότητα της κοινωνίας, αν όχι ολόκληρης της ανθρωπότητας – ιδέα που έγινε πράξη στο ιδεολογικό περιβάλλον των ολοκληρωτικών καθεστώτων του εικοστού αιώνα, ενώ έχει επανεμφανιστεί στο ιδεολογικό στρατόπεδο του λεγόμενου ισλαμικού κράτους. Το επιθυμητό ιδεώδες ταυτίζεται με το πραγματικό – η πολιτεία του Θεού ταυτίζεται με την εγκόσμια κοινωνία, το κόμμα ταυτίζεται με το κράτος, η Εκκλησία ταυτίζεται με την κοινωνία των πολιτών, η αλήθεια του κράτους ενσαρκώνει την αλήθεια του Θεού. 

Κατά την πρώτη αγγλική Επανάσταση (1641-1649), γνωστή και ως Αγγλικός Εμφύλιος Πόλεμος, οι φανατικοί των πουριτανικών κοινοτήτων χαρακτηρίζονταν ως «ενθουσιαστές», ενώ έναν αιώνα αργότερα παγιώθηκε ο διαχωρισμός μεταξύ των όρων «ενθουσιαστής» και «φανατικός». Ενθουσιαστής είναι αυτός που πιστεύει ότι έχει τη φώτιση του Θεού, ενώ ο φανατικός πράττει στο όνομα αυτής της θείας φώτισης: καταστρέφει εικόνες, αγάλματα, είδωλα του Θεού, σύμβολα της εξουσίας, παίρνει τα όπλα για να καταλύσει το κράτος, να εξαφανίσει την έννοια της εξουσίας από προσώπου γης. Στο λήμμα «φανατισμός» του Φιλοσοφικού Λεξικού του, ο Βολταίρος εξηγεί ξεκάθαρα τον εν λόγω διαχωρισμό: «Ο φανατισμός είναι για τη δεισιδαιμονία ό,τι είναι η έξαψη για τον πυρετό, ό,τι είναι η οργή για το θυμό. Όποιος πέφτει σε έκσταση, έχει οράματα, παίρνει τα όνειρά του για πραγματικότητα και τις φαντασιώσεις του για προφητείες, έχει απλώς καταληφθεί από έξαρση. Όποιος όμως υποστηρίζει την τρέλα του με τον φόνο είναι ένας φανατικός».(3)

Ο Καντ δίνει μία άλλη διάσταση στον διαχωρισμό μεταξύ «Enthusiasmus» και «Schwärmerei»: η απόρριψη του φανατισμού, του Schwärmerei, είναι αποφασιστικής σημασίας αφενός «για την κατανόηση της κατασκευής του καθαυτό κριτικού συστήματος του Καντ, που θέλει να περιορίσει το Λόγο, ωσάν η υπέρβαση των ορίων του να οδηγούσε στα όρια της τρέλας», αφετέρου διότι καμία ομάδα «δεν δύναται να στηριχτεί στην αξίωση κατοχής μιας κρυφής αλήθειας που θα πήγαζε από την ιδιοφυΐα, την έμπνευση, τη φώτιση».(4) Στον Ρομαντισμό, η έννοια του ενθουσιασμού αποκτά περιεχόμενο που άπτεται της καλλιτεχνικής φαντασίας, αφήνοντας πίσω τη σχέση της με τον φανατισμό. Ο Γιάννης Καλιφατίδης γράφει ότι στον Ρομαντισμό, «το καλλιτεχνικό βίωμα προϋποθέτει τον δημιουργικό ενθουσιασμό, ούτως ώστε το εμπνευσμένο Εγώ να βυθιστεί στον κόσμο της φαντασίας και να οδηγηθεί στην έκσταση, πόσο μάλλον αφού ο ενθουσιαστής, δηλαδή ο υπό ενθουσιασμού κατεχόμενος, διαθέτει την ικανότητα να παρατηρεί τον κόσμο και να βλέπει πέρα από τα όρια του συνειδητού».(5)

Μέσα από μία διαφορετική διαδρομή, η έννοια του ενθουσιασμού συναντιέται με εκείνη του φανατισμού για να αναδείξει τον καθαυτό ναρκισσισμό του υποκειμένου που επιθυμεί να ανυψωθεί σε Θεό, υπερβαίνοντας την ανθρώπινη διάσταση της ατέλειάς του, κυρίως όμως προσπαθώντας να ικανοποιήσει τη λαιμαργία του για μια πραγματικότητα απολύτως σύμφωνη με τις ιδέες του, τις επιθυμίες του, τα ιδεώδη και ιδανικά του. Αυτή η διαδρομή χαράσσεται από τον Σαρλ Μπωντλέρ, ο οποίος είχε βιώσει την εμπειρία του ενθουσιαστή ποιητή μέσω της χρήσης χασισιού στη λέσχη των Χασισίνων, στο παρισινό «Ξενοδοχείο της Λωζάνης», όπου ο ψυχίατρος Moreau de Tours –συγγραφέας της πρώτης εμπεριστατωμένης μελέτης των σωματικών και ψυχοσυναισθηματικών παρενεργειών του χασισιού(6)– παρασκεύαζε τη μαρμελάδα νταουαμέσκ, βασικό συστατικό της οποίας ήταν η ινδική κάνναβη, ή, όπως γράφει ο Γάλλος ποιητής, επρόκειτο για «ένα μείγμα παχιού εκχυλίσματος, ζάχαρης και διαφόρων αρωματικών όπως βανίλιας, κανέλας, φιστικιών, αμυγδάλων, μόσχου».(7) Γκωτιέ, Μπαλζάκ, Δουμάς επισκέπτονταν επίσης τη λέσχη των Χασισίνων, όπου είχαν την ευκαιρία να δοκιμάσουν αυτή τη μαρμελάδα ινδικής κάνναβης που ήταν ακριβώς ίδια με εκείνη που κατανάλωναν άλλοτε τα φανατικά μέλη μιας αίρεσης Ισμαηλιτών, με έδρα την Περσία, ένα παρακλάδι της οποίας –οι Ασασίνοι– έδρασε τον 11ο-12ο αιώνα στην ευρύτερη περιοχή της Συρίας και του Λιβάνου υπό τις διαταγές του επονομαζόμενου Γέρου του Βουνού. 

Τα μέλη αυτής της αίρεσης των Ασασίνων πραγματοποιούσαν πολιτικές δολοφονίες. Εντελώς αφοσιωμένοι στον Γέρο του Βουνού, οι Ασασίνοι ήταν ανά πάσα στιγμή έτοιμοι να αυτοθυσιαστούν. Η λέξη «Ασασίνος» παραπέμπει στη γαλλική λέξη «assassin» που σημαίνει δολοφόνος. Όμως, σύμφωνα με τον Sylvestre de Sacy (1809), η επονομασία «Ασασίνοι» προέρχεται από την αραβική λέξη «χασισίν» που δηλώνει την ινδική κάνναβη. Πριν να προβούν στην πραγματοποίηση μιας πολιτικής δολοφονίας, οι Ασασίνοι κοιμούνταν λόγω της χρήσης ενός μεθυστικού λικέρ που ονομαζόταν χασίς, και όταν ξυπνούσαν βρίσκονταν σε έναν χώρο που τους τον παρουσίαζαν σαν τον παράδεισο όπου θα ζήσουν όταν θα αφήσουν την τελευταία τους πνοή. Στο βιβλίο όπου περιγράφει τις εμπειρίες του στη Λέσχη των Χασισίνων, ο Θεόφιλος Γκωτιέ γράφει για τους Ασασίνους τα εξής: 

 «Υπήρχε άλλοτε στην Ανατολή ένα τάγμα επικίνδυνων αιρετικών υπό τας διαταγάς ενός σεΐχη που άκουγε στο όνομα Γέρος του Βουνού, ή πρίγκιπας των Ασασίνων. 

»Όλοι υπάκουαν, χωρίς αντίλογο, στον Γέρο του Βουνού· οι Ασασίνοι υποτελείς του έτρεχαν με απόλυτη αυταπάρνηση να εκτελέσουν τις διαταγές του, όποιες κι αν ήταν· κανείς κίνδυνος δεν τους εμπόδιζε, ακόμη και ο βέβαιος θάνατος. Με ένα νεύμα του αρχηγού τους, ορμούσαν από την κορυφή ενός κάστρου και πήγαιναν να μαχαιρώσουν έναν ηγεμόνα ενώπιον των φρουρών του. 

»Με τι τεχνάσματα ο Γέρος του Βουνού κέρδιζε μία τόσο πλήρη αφοσίωση; 

»Μέσω ενός εκπληκτικού ναρκωτικού του οποίου κατείχε τη συνταγή και το οποίο είχε την ιδιότητα να προκαλεί φανταστικές παραισθήσεις. 

»Όσοι το είχαν δοκιμάσει, μόλις ξυπνούσαν από τη μέθη τους έβρισκαν την πραγματική ζωή τόσο μελαγχολική και άχρωμη που πραγματοποιούσαν με χαρά τη θυσία ώστε να επιστρέψουν στον παράδεισο των ονείρων τους· διότι κάθε άνθρωπος που σκοτωνόταν εκτελώντας τις διαταγές του σεΐχη πήγαινε στον ουρανό του δικαίου, ή, αν θα γλίτωνε από το θάνατο, θα του ήταν εκ νέου επιτρεπτό να γευτεί τις απολαύσεις του μυστηριώδους παρασκευάσματος. 

»Παρά ταύτα, η πράσινη πάστα που ο γιατρός μόλις μας μοίρασε ήταν ακριβώς η ίδια με εκείνη που άλλοτε ο Γέρος του Βουνού έδινε στους φανατικούς του να καταπιούν χωρίς να το αντιληφθούν, κάνοντάς τους να πιστέψουν ότι είχε στη διάθεσή του τον ουρανό του Μωάμεθ και τα ουρί του παραδείσου – ήταν δηλαδή χασίς απ' όπου προέρχεται η λέξη χασισίν, χασισοφάγος, ρίζα της λέξης assassin, δολοφόνος, η άγρια σημασία της οποίας εξηγείται τέλεια από τις αιμοσταγείς πρακτικές των πιστών του Γέρου του Βουνού».(8)

 

Αλήθειες και ψεύδη των εικόνων 

Για τους φανατικούς εικονοκλάστες του 16ου αιώνα, ο Λόγος του Θεού, ως ο μοναδικός φορέας της αλήθειας, είναι ανώτερος των εικόνων του Θεού, ιδεολογία στην οποία στήριξαν την καταστροφή θρησκευτικών εικόνων και αγαλμάτων, ενώ απέρριψαν την παραστατική ζωγραφική και την γλυπτική ως μέσα πλάνης ακολουθώντας τη δεύτερη από τις δέκα εντολές: «Δεν θα κατασκευάσεις για σένα είδωλα και κανενός είδους ομοίωμα που να αντιπροσωπεύει οτιδήποτε βρίσκεται ψηλά στον ουρανό ή εδώ κάτω στη γη ή μέσα στα νερά, κάτω απ' τη γη». Διότι η εικόνα δεν είναι παρά μια φαινομενικότητα. Όποιος φτιάχνει εικόνες είναι σαν τον πλατωνικό τεχνίτη που κατασκευάζει αντικείμενα έχοντας στον νου του την ιδεατή φόρμα τους: «δεν είναι μόνο ικανός να φτιάξει τα κάθε λογής κατασκευάσματα αλλά φτιάχνει επίσης όλα όσα ξεφυτρώνουν από τη γη και ακόμη όλα τα έμβια όντα, και τα άλλα και τον εαυτό του, κι επιπλέον τη γη και τον ουρανό και τους θεούς και όλα όσα είναι στον ουρανό και όσα στον Άδη κάτω από τη γη τα δημιουργεί όλα».(9) Ο ιδιότυπος πλατωνισμός των φανατικών εικονοκλαστών του 16ου αιώνα αρνείται το ψεύδος των εικόνων που παράγει η εξουσία και διαμέσου των οποίων οι άνθρωποι αντικρίζουν μία κατοπτρική πραγματικότητα. Η βεβήλωση των εκκλησιών, η καταστροφή εικόνων και αγαλμάτων, η κατάλυση της κρατικής εξουσίας, αντικατοπτρίζουν το σπάσιμο των κατόπτρων που επιβάλλει η εξουσία μεταξύ του υποκειμένου και της πραγματικότητας. 

Ο φανατικός εικονοκλάστης που εναντιώνεται στις εικόνες επιζητεί να καταστρέψει και τις εικόνες των άλλων: θέλει να εγκαθιδρύσει το καθεστώς της μίας και μοναδικής Εικόνας, της εικόνας της δικής του, μοναδικής Αλήθειας. Στη γη των σύγχρονων φανατικών ισλαμιστών οι εικόνες των άλλων θεωρούνται βέβηλα αντικείμενα και κρίνεται αναγκαία η εξαφάνισή τους, όπως συνέβη με την καταστροφή των ανάγλυφων αγαλμάτων του Βούδα στο Αφγανιστάν των Ταλιμπάν ή των εκθεμάτων του αρχαιολογικού μουσείου της Μοσούλη στο Ιράκ. Ο φανατικός εικονοκλάστης απορρίπτει την εικόνα ως χώρο ψεύδους, εντούτοις θεμελιώνει τον αληθινό κόσμο του στην εικόνα του ιερού κειμένου, της αληθινής ιδεολογίας, του πεφωτισμένου ηγέτη, του ανώνυμου αγωνιστή κ.τ.λ. Διότι η εικόνα έχει το προνόμιο να του προσφέρει τη θαλπωρή της βεβαιότητας: το πλαίσιο της ζωής όπου όλοι μοιάζουν σε όλους, έχουν τις ίδιες ιδέες και τον ίδιο προσανατολισμό. 

Ο σύγχρονος Ασασίνος που σπέρνει τον θάνατο και τον πανικό, οι μισαλλόδοξοι που θεωρούν την ομοφυλοφιλία γεννήτορα θανατηφόρων νόσων ή τους μετανάστες παιδιά ενός κατώτερου Θεού, μιλούν ή πράττουν από τη θέση του πιο ενάρετου ανθρώπου του κόσμου. Ο σύγχρονος φανατικός μεθάει με την απόρριψη των ιδεών και των εικόνων του άλλου – απόρριψη που ενέχει το σπέρμα της καταστροφής, του αφανισμού, της εξολόθρευσης αυτών των ιδεών και εικόνων, καθώς και των ζωντανών φορέων τους. Η δολοφονία των σκιτσογράφων του Charlie Hebdo είναι το τρανότερο παράδειγμα άρνησης της καθαυτό υπόστασης, σωματικής και πνευματικής, του άλλου. Ο Driss Bellahcène βλέπει τον σύγχρονο φονταμενταλιστή του ισλαμικού κόσμου ως τιμητή της καθαυτό ζωής. Ο φονταμενταλιστής αναγάγει σε εχθρό της αλήθειας του πρώτα απ' όλα τη ζωή που διάγουν οι συμπατριώτες του, ενώ έπειτα τους υποβιβάζει σε δαίμονες που καταστρέφουν την αλήθεια του. Ο φονταμενταλιστής «έχει ένα βλέμμα αρνητικό προς τη ζωή. Αρνητικά αξιολογημένη, αυτή η ζωή θα του εξασφάλιζε το προνόμιο να ανατιναχτεί, να επιλέξει τον θάνατο: το να πεθάνω ως μάρτυρας σημαίνει να πεθάνω ανυπότακτος! Ενώ εκείνος που δεν ενστερνίζεται αυτές τις θέσεις κατατάσσεται στους υποταγμένους: υποταγμένος στην ευτέλεια αυτής της ζωής, στις συνήθειες αυτού του διεφθαρμένου κόσμου, στα κελεύσματα του κράτους κ.τ.λ.»(10)

Με τον όρο «εικόνα» δεν γίνεται αναφορά μόνο σε έργα ζωγραφικής και γλυπτικής, αλλά και σε σύμβολα (θρησκευτικά ή πολιτικά), σε εικόνες του δημόσιου χώρου όπως τα γκράφιτι, εν γένει σε σημεία που, όπως γράφει ο Bruno Latour, δεν είναι παρά το μέσο διαμέσου του οποίου εισέρχεται κανείς σε ένα διαφορετικό πλαίσιο νοηματοδότησης, όπως με τις εικόνες των αγίων ο πιστός διαβαίνει φαντασιακά το κατώφλι του κόσμου των ουρανών, ή με τις εικόνες των πεφωτισμένων επαναστατών ο ιδεολόγος επαναστάτης οραματίζεται τον επί γης παράδεισο. 

Η άρνηση των εικόνων και των συμβόλων του άλλου δεν είναι προνόμιο του σύγχρονου φανατικού Ασασίνου, του θρησκευτικού εικονοκλάστη· παίρνει και τη μορφή νόμου, όχι μόνο στα ισλαμικά κράτη αλλά και στον δυτικό κόσμο. Στα τέλη του 2010,  στη Γαλλία, ψηφίστηκε ένας νόμος που αναφέρεται ρητά στην ισλαμική μαντήλα και σύμφωνα με τον οποίο «κανείς δεν μπορεί στον δημόσιο χώρο να φοράει ρούχο που προορίζεται να καλύψει το πρόσωπό του». Στο όνομα της laïcité, της αρχής του λαϊκού κράτους, η εικόνα μιας μαντηλοφορεμένης γυναίκας απαγορεύεται στον δημόσιο χώρο, ενώ βουλευτές ζητούν από τη γαλλική αστυνομία να ασκήσει με ζήλο το έργο της, καθώς μαντηλοφορεμένες γυναίκες έχουν θεαθεί σε σιδηροδρομικούς σταθμούς, σε παραλίες, ή στην Όπερα του Παρισιού.(11)

Η κυριαρχία της αβεβαιότητας ως προς το τι είναι μία πράξη άμεσα συνδεδεμένη με μία εικόνα –είναι άραγε μία πράξη καταστροφική ή δημιουργική;– ορίζει την κατάσταση που ο Μπρουνό Λατούρ ονομάζει «εικονοκρίση».(12) Η διά νόμου απαγόρευση της δημόσιας εικόνας ενός μαντηλοφορεμένου γυναικείου προσώπου είναι άραγε μία πράξη που υπερασπίζεται την ελευθερία των γυναικών, προασπίζεται την ιδέα του λαϊκού κράτους, ή καταργεί ένα σύμβολο καταπίεσης των γυναικών; Ούτως ή άλλως, πρόκειται για ένα νόμο εικονοκλαστικό: εκριζώνει από τον δημόσιο χώρο την εικόνα μιας γυναίκας με καλυμμένο το πρόσωπο. Όμως, πρόκειται για μία εικόνα που (ανα)παράγεται από τα μίντια, δηλαδή είναι μία εικόνα την οποία χρησιμοποιεί και προβάλλει το κράτος προκειμένου να την πολεμήσει και να την εξαλείψει, σαν τον ψυχωτικό που θέλει να απελευθερωθεί από τις φωνές που ηχούν στο κεφάλι του και γρονθοκοπεί τον εαυτό του προκειμένου να τις εκδιώξει. Είναι μια εικόνα αναγνωρίσιμη, καθότι αναλλοίωτη, ίδια. Ο πόλεμος των εικόνων –όπως και ο πόλεμος των ιδεολογιών– είναι πόλεμος παγωμένων, ακίνητων, ίδιων εικόνων, που διασφαλίζουν τη βεβαιότητα της ταυτότητας του εχθρού, κατ' επέκταση και της επιθετικής ή αμυντικής απόκρισης σε αυτές τις εικόνες. Η αβεβαιότητα κάνει την εμφάνισή της από τη στιγμή που από μία εικόνα πηγάζουν τουλάχιστον δύο ερμηνείες, ή, όπως εύστοχα επισημαίνει ο Μπρουνό Λατούρ, από τη στιγμή που μία εικόνα κατευθύνει το βλέμμα σε μία άλλη, διαφορετική εικόνα. Το παγκόσμιο πλαίσιο της εικονοκρίσης ταυτίζεται με τον καταιγισμό εικόνων που αναδεικνύουν τη διαφορετικότητα (των αντιλήψεων, των ιδεών, των τρόπων σκέψης, των ερμηνειών). Οι σημερινοί ζηλωτές αρνούνται τη διαφορετικότητα, θέλουν να την καταστρέψουν καθότι σε αυτή προβάλλουν έναν κόσμο αβεβαιότητας. 

 

Η μέθη του ανθρώπου-Θεού 

Στους Τεχνητούς Παραδείσους, ο Μπωντλέρ καταγγέλλει την «ανηθικότητα του χασίς», καθότι η χρήση του αφαιρεί από τον χρήστη την πολυτιμότερη αρετή ενός ελεύθερου ανθρωπίνου όντος – τη βούληση. Οι φανατικοί Ασασίνοι, οι έμπλεοι ενθουσιασμού χασισοφάγοι ποιητές και καλλιτέχνες, λέει ο Γάλλος ποιητής, έχουν παραιτηθεί από το προνόμιο της βούλησης, ενώ καταλύουν την απόσταση μεταξύ Θεού και ανθρώπου. «Ο άνθρωπος θέλησε να γίνει Θεός, και νάτος, πολύ σύντομα, χάρη σ' έναν ανεξέλεγκτο ηθικό νόμο, πεσμένος χαμηλότερα από την πραγματική του φύση. Είναι μια ψυχή που πουλιέται λιανικά.»(13) Η μέθη του χασίς φουσκώνει τη ναρκισσιστική υπεροψία του υποκειμένου. Ο «άνθρωπος-Θεός» λέει στον εαυτό του: «Έχεις τώρα το δικαίωμα να θεωρείς τον εαυτό σου ανώτερο από τους άλλους ανθρώπους· κανείς δεν γνωρίζει και δεν θα μπορούσε να καταλάβει όλα όσα σκέπτεσαι και αισθάνεσαι· θα ήταν μάλιστα ανίκανοι να εκτιμήσουν την καλοσύνη που σου εμπνέουν. Είσαι ένας βασιλιάς που οι περαστικοί παραγνωρίζουν και που ζει στη μοναξιά της πεποίθησής του· μα τι σε νοιάζει; Μήπως δεν κατέχεις την υπέρτατη εκείνη περιφρόνηση που κάνει τόσο αγαθή την ψυχή;»(14) Αυτός ο «υποθετικός άνθρωπος» του Μπωντλέρ, ένας άνθρωπος στερημένος βουλήσεως ο οποίος αναζητεί στη μέθη του χασίς να γίνει Θεός, δεν καταφέρνει παρά να «μεταμορφώνει την επιθυμία σε πραγματικότητα». «Συγχέει εντελώς το όνειρο με τη δράση και η φαντασία του, θερμαινόμενη ολοένα περισσότερο μπροστά στο μαγευτικό θέαμα της ίδιας του της φύσης, αναμορφωμένης κι εξιδανικευμένης, υποκαθιστά το πραγματικό του άτομο, τόσο φτωχό σε θέληση τόσο πλούσιο σε ματαιοδοξία, με τη σαγηνευτική αυτή εικόνα τού εαυτού του και καταλήγει στην ανακήρυξη της αποθέωσής του με αυτά τα καθαρά και απλά λόγια, που περιέχουν γι' αυτόν έναν ολόκληρο κόσμο βδελυρών απολαύσεων: “Είμαι ο πιο ενάρετος άνθρωπος του κόσμου!”»(15)

Η άρνηση της διαφορετικότητας και η συνακόλουθη λατρεία ενός κόσμου βεβαιοτήτων είναι αυτή καθαυτή η όψη του ναρκισσισμού την οποία ενσαρκώνει ο μπωντλεριανός άνθρωπος-Θεός. Ο άνθρωπος που προτιμά την ψευδαίσθηση από την πραγματικότητα και ο οποίος αγωνίζεται να διατηρήσει αυτή την ψευδαίσθηση σαν να ήταν η καθαυτό πραγματικότητα ενσαρκώνει την ουσία του ναρκισσισμού.(16) Η δύναμη του υπερβάλλοντος ναρκισσισμού γίνεται καταστροφική σε άτομα που αρνούνται να αναγνωρίσουν την ύπαρξη μιας πραγματικότητας που δεν συμβαδίζει με την επιθυμία τους, τα όνειρά τους, τις προσδοκίες τους. Μία ναρκισσιστική προσωπικότητα αρνείται τη διαφορετικότητα, ακόμη και την υποψία ότι υπάρχει μια πραγματικότητα διαφορετική από τον δικό της εμπειρικό κόσμο: το ναρκισσιστικό υποκείμενο είναι σαν να επιθυμεί το θέατρο της ζωής του να έχει πάντα το ίδιο σκηνικό και να επενδύει με αυτό το σκηνικό και τη ζωή των άλλων. Η ναρκισσιστική προσωπικότητα δεν έχει την περιέργεια να γνωρίσει τον άλλο, κατ' επέκταση τον εαυτό του, γι' αυτό και αισθάνεται ασφάλεια στον μονοδιάστατο κόσμο των βεβαιοτήτων όπου ζει.(17) Πόσες φορές δεν έχουμε άραγε συναντήσει σε μία ομήγυρη έναν άνθρωπο που επιχειρεί τεχνηέντως να στρέψει τη συζήτηση γύρω από τον εαυτό του και τα ενδιαφέροντά του; Ή να παίρνει τον λόγο, διακόπτοντας τον άλλο, προκειμένου να επιβάλλει τη θεματολογία που θα τον ικανοποιήσει; Ή να κομπορρημονεί για τις γνώσεις του σε έναν τομέα, ή για τις γνωριμίες του με επιφανείς ανθρώπους; Με άλλα λόγια, επιχειρεί να διαμορφώσει και να εδραιώσει ένα πλαίσιο στο οποίο θα αισθάνεται ασφάλεια και αναγνώριση, ωσάν αυτή η ασφάλεια και η αναγνώριση να του οφείλονται από την ίδια τη ζωή. 

Η διαφορετικότητα βιώνεται ως απειλή καθότι καλεί στο να σκεφτεί και να στοχαστεί κανείς πάνω σε άλλες αξίες και ιδέες, σε διαφορετικούς τρόπους συμπεριφοράς, αλλότρια βιώματα, διαφορετικές κουλτούρες και θρησκείες. Στον πόλεμο των εικόνων, των θρησκειών, των ιδεολογιών, των πολιτισμών, κυριαρχεί το δίπολο της αγάπης και του μίσους: είτε αγαπάμε ένα πρόσωπο, μια εικόνα, μια ιδέα, εν γένει ένα αντικείμενο, το υιοθετούμε και ταυτιζόμαστε με αυτό, είτε το μισούμε, επιθυμώντας να το ελέγξουμε ή να το καταστρέψουμε. Σε αυτό το δίπολο της αγάπης και του μίσους, ο Wilfred Bion εισαγάγει έναν τρίτο πόλο, τη γνώση, η λειτουργία της οποίας συνίσταται στην επιθυμία μας να γνωρίσουμε τον άλλο, αναγνωρίζοντας τις εκατέρωθεν διαφορές μας, προσδιορίζοντας επομένως τον άλλο όχι ως απειλητικό και διώκτη, αλλά απλώς ως το μέσο προκειμένου να γνωρίσουμε τον εαυτό μας σε σχέση με τις ιδέες του άλλου, τη συμπεριφορά του, την κουλτούρα του. 

 

Επίλογος: γνώση ή βαρβαρότητα

Ο T. S. Eliot –ακόμη ένας ποιητής φωτίζει εννοιολογικά τον χώρο της συζήτησής μας– προτείνει τη διάκριση μεταξύ της «συναισθηματικής ιδέας» (emotional idea) και της σκέψης διαμέσου των συναισθημάτων μας (thinking with our feelings).(18) Όταν επενδύουμε τις ιδέες με συναισθήματα εισερχόμαστε στον κόσμο του καλού και του κακού. Στην πολιτική, για παράδειγμα, προσδιορίζουμε πρόσωπα, ιδεολογίες, σύμβολα ή πράξεις σαν καλά ή κακά. Στο μυαλό του φανατικού, το αλλότριο επενδύεται με το αίσθημα του κακού σε αντιδιαστολή με το οικείο που αντιπροσωπεύει το μοναδικό καλό. Όμως, όταν υπερβούμε το φανατικό δίπολο αγάπης και μίσους, καλού και κακού, εισερχόμαστε στον χώρο της επιθυμίας να γνωρίσουμε τον άλλο μέσα από αυτά που συναισθανόμαστε για εκείνον. Γνωρίζω τον άλλο εμπειρικά, διαμέσου των συναισθημάτων που αναπτύσσω μέσα από τη σχέση μου με το πρόσωπο, τις ιδέες του, τις αντιλήψεις του, σημαίνει ότι αναγνωρίζω τη διαφορετικότητα μου ως προς αυτόν, αποδέχομαι ότι είμαι απλώς άνθρωπος και όχι άνθρωπος-Θεός, δεν τοποθετώ τον εαυτό μου στον αστερισμό της ευχαρίστησης και της ηδονής όπου η πραγματικότητα πρέπει να ταυτίζεται με τις επιθυμίες μου, αναγνωρίζω ότι οτιδήποτε με περιβάλλει ανήκει σε έναν κόσμο ατελειών και απουσίας απολυτότητας και βεβαιοτήτων. 

Ο φανατικός, από τον θρησκευτικό φονταμενταλιστή και το στρατευμένο μέλος μιας πολιτικής ομάδας μέχρι την εγωπαθή και ναρκισσιστική προσωπικότητα, δεν έχει την περιέργεια να γνωρίσει τον άλλο, ούτε και την επιθυμία να δεχτεί την ύπαρξη της διαφορετικότητας του άλλου, των ιδεών του, των αντιλήψεών του, των εικόνων του. Στον φανατικό, η λειτουργία της γνώσης είναι ανενεργή. Η πραγματικότητα για τον φανατικό κατοπτρίζεται στην εικόνα που τον ευχαριστεί: οι εικόνες είναι αντικείμενο είτε αγάπης είτε μίσους, ποτέ αντικείμενο στοχασμού. Η σκέψη είναι μισητή διότι ακυρώνει κάθε μορφή βεβαιότητας. Η καταστροφή, το μίσος, ο θάνατος, ενέχουν τη βεβαιότητα της ανωτερότητας του υποκειμένου (μιας θρησκείας, μιας ιδεολογίας) έναντι εκείνων που διατρανώνουν τη διαφορετικότητά τους. Ενώ έχει συνείδηση της διαφορετικότητας των άλλων, ο φανατικός εξακολουθεί να την αρνείται διότι κατ' ουσίαν αρνείται την ελευθερία της σκέψης που επωάζεται στη μήτρα της παρόρμησης να γνωρίσει κανείς οτιδήποτε διαφέρει από τον κόσμο των εμπειριών του. Γνωρίζω τον άλλο σημαίνει πρωτίστως γνωρίζω τον εαυτό μου σε σχέση με τον άλλο, δίνω μια ταυτότητα σχέσης σε μένα και στον άλλο. Αντιλαμβάνομαι τη διαφορετικότητα του άλλου σημαίνει ότι γνωρίζω τις ρίζες της και τις εκφάνσεις της, της δίνω μία θέση σε αυτό τον κόσμο προκειμένου να αποκτήσω την ικανότητα να έχω εγώ ο ίδιος μία θέση αυτόνομη στον ίδιο κόσμο με τον άλλο. Η αποδοχή (και όχι απλώς η ανοχή) της διαφορετικότητας του άλλου είναι το ουσιώδες βήμα του υποκειμένου προς την αντιμετώπιση του υπέρτατου διακυβεύματος: την ευθύνη του να αποκτήσει γνώση του εαυτού του εν σχέσει με τον άλλο. 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Dominique Colas, Le Glaive et le Fléau. Généalogie du fanatisme et de la société civile, Grasset, Παρίσι 1992, σ. 93. 

2. Βλ. Στέφ. Κουμανούδης, Λεξικόν Λατινοελληνικόν, Γρηγόρης, Αθήνα 1972.  

3. Βολταίρος, Φιλοσοφικό Λεξικό, μτφρ. Φ. Ταμβίσκου & Ξ. Τσελέντη, επιστημονική επιμ. Γ. Μανιάτης, Πιρόγα, Αθήνα 2005, σ. 437. 

4. Dominique Colas, Le Glaive et le Fléau, ό.π., σ. 25. 

5. Γιάννης Καλιφατίδης, «Σημείωμα του επιμελητή», σσ. 7-14, στο E.T.A. Hoffmann, Νυχτερινά, μτφρ. Γ. Καλιφατίδης & Ηλ. Αγγελή, Σμίλη, Αθήνα 2015, σ. 13. 

6. Moreau de Tours, Du Hachisch et de l'Aliénation Mentale. Études psychologiques, [gallica.bnf.gr]. 

7. Σαρλ Μπωντελαίρ, Τεχνητοί Παράδεισοι, μτφρ. Ν. Φωκάς, Εστία, Αθήνα 2010, σ. 42. 

8. Théophile Gautier, Le Club des Hachichins, [http://www.atramenta.net/telecharger-ebook-gratuit/oeuvre2244.html], σ. 7. 

9. Πλάτων, Πολιτεία, μτφρ. Ν. Μ. Σκουτερόπουλος, Πόλις, Αθήνα 2002, σ. 711. 

10. Driss Bellahcène, «La piété dangereuse», Χρόνος, 31, [http://www.chronosmag.eu/index.php/d-bellahcene-la-piete-dangereuse.html], Νοέμβριος 2015. 

11. Σε μία παράσταση της Όπερας του Παρισιού, η διεύθυνση διέκοψε την ορχήστρα επειδή στο κοινό καθόταν μία γυναίκα με καλυμμένο το πρόσωπο· της ζήτησε να αποκαλύψει το πρόσωπό της, και εκείνη αρνούμενη να βγάλει τη μαντήλα της αναγκάστηκε να αποχωρήσει από την αίθουσα προκειμένου η ορχήστρα να συνεχίσει την εκτέλεση του μουσικού έργου. 

12. Bruno Latour, «What is Iconoclash? or Is there a world beyond the image wars?», σσ. 16-40, στο Bruno Latour and Peter Weibel, Iconoclash. Beyond the Image-Wars in Science, Religion and Art, MIT Press, Cambridge 2002. [Εισαγωγή  στον κατάλογο της διεθνούς έκθεσης για την Εικονομαχία η οποία πραγματοποιήθηκε στο ZKM της Καρλσρούης το 2002, τη διεύθυνση της οποίας είχαν οι Bruno Latour και Peter Weibel.] 

13. Σαρλ Μπωντελαίρ, Τεχνητοί Παράδεισοι, ό.π., σ. 80. 

14. Στο ίδιο, σ. 75. 

15. Στο ίδιο, σ. 77. 

16. Warren Colman, «The intolerable other: the difficulty of becoming a couple», Couple and Family Psychotherapy, 4(1), σσ. 22-41, 2014. 

17. Η έννοια της περιέργειας στην ψυχαναλυτική σκέψη είναι ο μοχλός που μας βοηθά να εξηγήσουμε στον εαυτό μας τι μας συμβαίνει. «Είναι κομμάτι της φυλογενετικής φύσης μας και, επιπλέον, λειτουργεί πρωταρχικά ασυνείδητα. Η ψυχαναλυτική έρευνα μας δείχνει ότι οι απαντήσεις σε αυτά τα επίμονα ερωτήματα εμφανίζονται με τη μορφή εικόνων του εαυτού μας εν σχέσει με τους άλλους ή, με άλλα λόγια,  με κομμάτια του φαντασιακού των άλλων.» Στο Mary Morgan & Philip Stokoe, «Curiosity», Couple and Family Psychoanalysis, 4(1), σσ. 42-55, 2014, σ. 45. 

18. James Fisher, «The evolution of the analytic process: poetry and psychoanalysis, twin “sciences” of the emotions», Couple and Family Psychoanalysis, 4 (1), σσ. 5-21, 2014. 

 

(Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό ΧΡΟΝΟΣ, 25 Ιουνίου 2018)

ΧΡΟΝΟΣ #62, 25 Ιουνίου 2018

Ο Κώστας Σπηλιώτης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1968. Σπούδασε εξ ολοκλήρου στη Γαλλία. Πτυχιούχος οικονομίας και κοινωνιολογίας, κάτοχος μεταπτυχιακού και διδακτορικού στον τομέα των πολιτικών επιστημών (επικοινωνία – πολιτική κοινωνιολογία) του Πανεπιστημίου Paris IX–Dauphine. Παράλληλα, εκπαιδεύτηκε στην ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία, ατομική και ομαδική. Η διδακτορική διατριβή του κυκλοφόρησε σε μορφή βιβλίου το 2011 από τις Editions Universitaires Européennes της πόλης Saarbrücken Γερμανίας, ενώ δύο χρόνια αργότερα επανεκδόθηκε από το Atelier National de Reproduction des Thèses της Λιλ Γαλλίας. Έχει διδάξει στο τμήμα Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου 13 του Παρισιού, καθώς και στο πρόγραμμα «Ακαδημία Πλάτωνος» του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει μεταφράσει κείμενα των Γκυ Ντεμπόρ, Ζαν Μπωντριγιάρ, Τζόρτζιο Αγκάμπεν, Λουίτζι Ρούσσολο, Σάμουελ Μπέκετ. Έχει δημοσιεύσει κείμενα στα περιοδικά Νέα Κοινωνιολογία, Κοινωνία των Πολιτών, Χρόνος, alloglotta, Le Banquet και La Revue du M.A.U.S.S. Τακτικό μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Αναλυτικής, Ομαδικής και Οικογενειακής Ψυχοθεραπείας, της IAGP, της AISLF. Πρόσφατες δημοσιεύσεις: Théories du Code: Debord, Baudrillard, Deleuze, Guattari, EUE, Saarbrücken 2017 και Η Εικόνα της Κοινωνίας του Καταναλωτισμού – Ο Μπωντριγιάρ στον καθρέφτη του Ντεμπόρ, Περισπωμένη, Αθήνα 2017. Οι ερευνητικές του αναζητήσεις κινούνται στο πεδίο της σύζευξης της πολιτικής σκέψης, της αισθητικής και της ψυχανάλυσης. 

Η λέξη «φανατικός» προέρχεται από το λατινικό fanum που σημαίνει ιερό, τέμενος, ναός. Fanaticus σημαίνει ιερομανής, θεομανής, θεόληπτος, αλλά και μανιακός, μανιώδης, ενώ οι fanatici ήταν ιερείς της Κυβέλης, της Ενυούς ή της Ίσιδας.(2) Όταν οι μεταρρυθμιστές Καλβίνος και Μελάγχθων αναφέρονται στους αναβαπτιστές, μιλώντας για τα αποκυήματα της νοσηρής φαντασίας αυτών των «phantastiques» (το γαλλικό ισοδύναμο του fanatici), χρησιμοποιούν λέξεις όπως «phantaisie», «phantôme», η γραφή των οποίων είναι επηρεασμένη από την ελληνική γλώσσα, ενώ η γαλλική λέξη «phanatisme», σύμφωνα με τον Ντομινίκ Κολά, προέρχεται από την ελληνική λέξη «φάντασμα».

Ενημερωθείτε για τα νέα μας άρθρα, τις εκδηλώσεις και τα βιβλία των συνεργατών μας μέσω του newsletter ΤΟΒΙΒΛΙΟ.

Info