ΕΔΑ: μια μικρογραφία της πολιτικής ιστορίας του ’50 και του ’60

Κατερίνα Λαμπρινού

Η Κατερίνα Λαμπρινού μιλάει στο Χρόνο για το βιβλίο της ΕΔΑ. Πολιτική και Ιδεολογία 1956-1967 (εκδ. Πόλις), που αποτελεί επεξεργασμένη εκδοχή της διδακτορικής της διατριβής. Συνέντευξη στον Θανάση Μήνα

Θανάσης Μήνας: Κατά πόσο μπορούμε να μελετήσουμε το σχηματισμό και την πορεία της ΕΔΑ με άξονα τη θεωρία της «μακράς δεκαετίας του ’60»;

Κατερίνα Λαμπρινού: Τα χρόνια 1958-1974, που ο Arthur Marwick ονομάζει «μακρά δεκαετία του 60» (“long sixties”), είναι μια περίοδος τεκτονικών πολιτισμικών αλλαγών στο επίπεδο της καθημερινότητας των μεσαίων στρωμάτων∙ ωστόσο, δεν είναι τυχαία η εστίασή του στην επίδραση των αλλαγών αυτών σε κοινωνίες όπως η βρετανική ή η γαλλική. Σε μια διαφορετική εστίαση, ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς σημειώνει ότι η ελληνική δεκαετία του ’60 είναι «μακρά» υπό την έννοια ότι οι δημοκρατικές διεκδικήσεις που διατυπώνονται μετεμφυλιακά δεν ολοκληρώνονται παρά μετά το 1974. 

Εν προκειμένω, όσον αφορά την ΕΔΑ θα έλεγα ότι θα ήταν πιο παραγωγική η ένταξή της στις χρονικότητες του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος και στις συναφείς περιοδολογήσεις. Η ιστορική διαδικασία της «αποσταλινοποίησης» οριοθετεί τα κομμουνιστικά και κομμουνιστογενή κόμματα, με τις πολλαπλές διαδρομές που ακολουθούν εντός αυτής. Εδώ, καθοριστική είναι η χρονική «τομή» του 1956, αν και συμβατική καθώς σημαντικές εξελίξεις έχουν ήδη δρομολογηθεί νωρίτερα, με το θάνατο του Στάλιν. 

 

Θ.Μ.: Ως σχηματισμός της ευρύτερης Αριστεράς, σε ποιες ελληνικές «ιδιορρυθμίες» έρχεται να απαντήσει η ΕΔΑ;

Κ.Λ.: Η εμφύλια ήττα, η ισχύς του Παρασυντάγματος και η έκνομη θέση του ηττημένου ΚΚΕ, μια κοινοβουλευτική δημοκρατία στην οποία εξωκοινοβουλευτικοί παράγοντες διαθέτουν κυρίαρχο ρόλο, διαμορφώνουν το πλαίσιο της περίοδου, εντός του οποίου οφείλει να κινηθεί η ελληνική Αριστερά. Αυτή είναι η «ιδιορρυθμία» της ελληνικής περίπτωσης, που αποκλείει την κανονική λειτουργία ενός κομμουνιστικού κόμματος όπως συνέβη μεταπολεμικά στις περισσότερες δυτικές κοινοβουλευτικές δημοκρατίες. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι στην ΕΔΑ δεν εντοπίζονται, πλάι στην ελληνική ιδιαιτερότητα και με διαφορετικούς ρυθμούς και χρονικότητες, και στοιχεία των αντιφατικών ιδεολογικοπολιτικών μετασχηματισμών που λαμβάνουν χώρα την ίδια περίοδο στα δυτικά κομμουνιστικά κόμματα. 

 

Θ.Μ.: Οι σχέσεις ΕΔΑ-ΚΚΕ αποτελούν από μόνες τους ένα κεφαλαιώδες ζήτημα. Πώς διαμορφώνονται και ποιο είναι, εκατέρωθεν, το αποτέλεσμα αυτής της «διαρκούς διαπάλης», αν μπορούμε να την ονομάσουμε έτσι; 

Κ.Λ.: Μετά το πέρας του Εμφυλίου, το ΚΚΕ, εκτός νόμου, επιδιώκει να ανακτήσει την ορατότητά του ως κομματικός σχηματισμός και αναζητά τρόπους συμμετοχής στις εκλογικές αναμετρήσεις. Οι προσπάθειες αυτές θα απολήξουν στη δημιουργία του πολιτικού συνασπισμού της ΕΔΑ. Ωστόσο, ο χαρακτήρας αυτός, του πολιτικού συνασπισμού, είναι εξαρχής υπονομευμένος λόγω του «ειδικού βάρους» του ΚΚΕ εντός του. Οι δίαυλοι διασύνδεσης και εποπτείας επί της ΕΔΑ του ηγετικού μηχανισμού του ΚΚΕ, που βρίσκεται στην υπερορία, είναι υπαρκτοί· αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μιλάμε για δύο περιχαρακωμένους, διακριτούς και εσωτερικά ομογενείς πολιτικούς χώρους υπάγωγους ο ένας στον άλλον. Θα έλεγα μάλλον ότι οι ηγετικές ομάδες των δύο κομμάτων συνιστούν μια ιδιότυπη, χωρικά διεσπαρμένη συλλογική ηγεσία της ΕΔΑ, με τις δικές της ιεραρχίες, εντάσεις και συγκρούσεις. Οι αντιπαραθέσεις αυτές διαπερνούν τα κομματικά όργανα και του ΚΚΕ και της ΕΔΑ, ιδίως από τα μέσα του ’60 και μετά, όταν το ΚΚΕ προοωθεί την de facto επιβολή ή τη νομιμοποίηση της δικής του κομματικής παρουσίας.

 

Θ.Μ.: Θα ήθελα να σταθούμε λίγο στην έμφαση που δίνει η ΕΔΑ στο μείζον θέμα, καταρχάς, του εκδημοκρατισμού της χώρας, γεγονός που την οδηγεί σε συμμαχίες με μερίδα του Κέντρου. Όσο και αν έχει προηγηθεί η εμπειρία των Λαϊκών Μετώπων, πρόκειται για μια νέα στρατηγική αναφορικά με τις σχέσεις της Αριστεράς με τη φιλελεύθερη, δημοκρατική αστική τάξη και τα μεσοστρώματα που αυτή η τελευταία εκπροσωπεί;

Κ.Λ.: Διακηρυγμένος προγραμματικός στόχος της ΕΔΑ υπήρξε η «Εθνική Δημοκρατική Αλλαγή», εν ολίγοις η πολιτική ήττα της Δεξιάς και η κυβερνητική εναλλαγή. Κατ’ επέκταση, διακήρυσσε ότι «η Αλλαγή δεν είναι υπόθεση ενός κόμματος», τασσόμενη καταστατικά υπέρ μιας στρατηγικής συμμαχιών πρωταρχικά με τα γειτονικά στον άξονα Αριστεράς-Δεξιάς κόμματα του Κέντρου. Πρόκειται όμως για μια στρατηγική που ποτέ δεν εκδιπλώνεται πλήρως καθώς το μείζον των σχέσεων με το Κέντρο παραμένει διαρκώς σε εκκρεμότητα, ακολουθώντας τις θερμομετρικές αυξομειώσεις του μεταξύ τους κομματικού ανταγωνισμού, και επηρεάζεται αφενός από τις αριστερές αναγνώσεις που βλέπουν τα κεντρώα μορφώματα ως φύσει «συμβιβαστικά», αν όχι «ξενόδουλα», τουλάχιστον στο επίπεδο της ηγεσίας, και αφετέρου από τον πάγιο κεντρώο αντικομμουνισμό. Μολονότι η ΕΔΑ, ως μη κομμουνιστικό κόμμα, θεωρητικά δύναται να πειραματίζεται σε συμμαχικά εγχειρήματα, ωστόσο παραμένουν ισχυρά τα αντανακλαστικά εκείνα που επιμένουν στην αυτόνομη πορεία της. Άλλωστε, οι συμμαχίες της περιόδου αυτής, στο βαθμό που φιλοδοξούσαν να αποκτήσουν προγραμματικό χαρακτήρα, προσέκρουαν σε κεντρικά ζητήματα στρατηγικού προσανατολισμού, όπως η τοποθέτηση απέναντι στη Σοβιετική Ένωση, η συμμετοχή της χώρας στο ΝΑΤΟ, η σύνδεση με την Κοινή Αγορά και η στάση στο Κυπριακό. 

 

Θ.Μ.: Επομένως το πρόταγμα του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού, μεταφέρεται συνειδητά, ας πούμε, στις καλένδες;

Κ.Λ.: Επίσημα, ο στόχος του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού ουδέποτε διατυπώνεται, ακριβώς γιατί η ΕΔΑ δεν διεκδικεί το χαρακτήρα του κομμουνιστικού κόμματος, διατηρώντας τον ιδρυτικό της ιδιότυπο «ταυτοτικό υβριδισμό». Το ΚΚΕ από την άλλη, προνομιακός φορέας της σοσιαλιστικής προοπτικής, παραμένει ένα κόμμα σε αναμονή νομιμοποίησης. 

 

Θ.Μ.: Με τη δράση της, η ΕΔΑ σταδιακά προσπαθεί να μετατρέψει την διαίρεση «εθνικόφρονες-μη εθνικόφρονες» σε μια νέα τομή: «Δεξιά-Αντιδεξιά». Κατά πόσο τα καταφέρνει και πού προσκρούει;

Κ.Λ.: H ΕΔΑ επιδιώκει να επαναπροσδιορίσει το «εθνικό», που έχει οικειοποιηθεί η δεξιά παράταξη χάρη στον Εμφύλιο, και την κυρίαρχη μεταπολεμική διαιρετική τομή με άξονα την εθνικοφροσύνη, η οποία έθετε την αριστερή-εαμική παράταξη εκτός εθνικού κορμού. Επιχειρεί, έτσι, να μορφοποιήσει ένα αντιδεξιό μέτωπο απέναντι στους παράγοντες που αναστέλλουν την όποια διαδικασία θεσμικού-δημοκρατικού εκσυγχρονισμού, αλλά και να συγκροτήσει μια λιγότερο ή περισσότερο επινοημένη λαϊκο-δημοκρατική παράταξη με αντιδεξιό πολιτικό πρόσημο ως το πολιτικό υποκείμενο ενός νέου εθνικού πολιτικού σχεδίου, ανταγωνιστικού προς το «έθνος των εθνικοφρόνων». Σε αυτό το πλαίσιο, και απέναντι στον κυρίαρχο εθνικό(φρονα) πολιτισμικό κανόνα, η ΕΔΑ αναδεικνύει και προσπαθεί να εγκαθιδρύσει μια «λαϊκότροπη ελληνικότητα» και να αναγνωριστεί ως οργανικό τμήμα αλλά και πολιτική έκφρασή της.

Η συγκρότηση αυτού του αντιδεξιού μετώπου είναι ταυτόχρονα η πολιτική επιτυχία και αποτυχία του κόμματος. Επιτυχία στο βαθμό που όντως συγκροτείται, αποτυχία καθόσον πρωτίστως επωφελείται από αυτό η Ένωση Κέντρου διεισδύοντας στο πολιτικό σκηνικό πρωταρχικά μέσω του «ανένδοτου». Η ΕΔΑ, αν και έχει (συν-)διαμορφώσει καθοριστικά και ίσως πρωταρχικά τα ιδεολογικά και πολιτισμικά θεμέλια του αντιδεξιού πόλου, δεν επιτυγχάνει και να τον αντιπροσωπεύσει πολιτικά. Η εκδοχή που πολιτικά (ή έστω εκλογικά) επικρατεί τελικά χαρακτηρίζεται και από τον φιλελεύθερο αντικομμουνισμό του Γεωργίου Παπανδρέου. Η ΕΔΑ αδυνατεί, εν ολίγοις, να δώσει μια συνεκτική απάντηση στο ερώτημα ποιος θα ήταν ο δικός της ρόλος σε μια κυβερνητική μεταβολή που θα ερχόταν ως επιστέγασμα της τομής Δεξιά-Αντιδεξιά, στη βάση της οποίας επιδίωκε να πολιτικοποιήσει το εκλογικό σώμα.

 

Θ.Μ.: Πώς την επηρεάζουν οι σημαντικές ζυμώσεις και αντιπαραθέσεις που διαδραματίζονται στο σοβιετικό-κομμουνιστικό στρατόπεδο (20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ και αποκαθήλωση του Στάλιν, γεγονότα της Ουγγαρίας και της Πολωνίας); Πώς οριοθετείται η στάση της αναφορικά και με τη στάση που κρατούν τα κυριότερα κομμουνιστικά κόμματα του δυτικού κόσμου (PCI, PCF, PCE);

Κ.Λ.: Ο αντίκτυπος του 20ού Συνεδρίου υπήρξε ισχυρός σε όλα τα ευρωπαϊκά κομμουνιστικά κόμματα, αν και ο αναστοχασμός πάνω στη σταλινική εμπειρία αποδείχθηκε εξαιρετικά δυσχερής. Δεν είναι λίγα τα κόμματα και οι ηγέτες, όπως ο Μωρίς Τορέζ, που σε πρώτη φάση τουλάχιστον αρνήθηκαν την ύπαρξη ακόμη της μυστικής έκθεσης Χρουστσόφ. Σημαντική εξαίρεση, η συνέντευξη του Παλμίρο Τολιάτι στο περιοδικό Nuovi Argomenti όπου έθετε το θέμα του «σταλινισμού» όχι απλώς σαν ένα φαινόμενο «προσωπολατρίας», αλλά σε συνάρτηση με τη σοβιετική κοινωνία και το θεσμικό οικοδόμημά της. Η ΕΔΑ, ως μη κομμουνιστικό κόμμα, θα αποφύγει να τοποθετηθεί επίσημα απέναντι στις αποκαλύψεις του σοβιετικού ’56, ενώ και η Αυγή θα επιλέξει να φιλοξενήσει επίσημα κείμενα του 20ού Συνεδρίου χωρίς αρθρογραφία ή σχολιασμό επ’ αυτών, διατηρώντας δηλαδή μια αυστηρά ενημερωτική γραμμή. Από την άλλη πλευρά, στο ΚΚΕ, οι μετασταλινικές συγκρούσεις μεταξύ των υποστηρικτών και των πολεμίων του Νίκου Ζαχαριάδη υπήρξαν ιδιαίτερα σφοδρές στις φυλακές, στις εξορίες και στο σώμα των πολιτικών προσφύγων στην υπερορία. 

Τα γεγονότα της Πολωνίας και της Ουγγαρίας, ωστόσο, πολύ σύντομα αποτέλεσαν την πρώτη σημαντική και έμπρακτη αμφισβήτηση της φιλελευθεροποίησης που ευαγγελίστηκε το 20ό Συνέδριο. Η ουγγρική εξέγερση, ως «αποσταλινοποίηση στην πράξη», δεν βρήκε στήριξη από τα δυτικά κομμουνιστικά κόμματα, καθώς η έμπρακτη διεκδίκηση εθνικών δρόμων προς το σοσιαλισμό παρέμενε υπάγωγη στις σκοπιμότητες της ψυχροπολεμικής περιόδου και η πρωτοκαθεδρία της Σοβιετικής Ένωσης δεν αμφισβητούνταν. Έτσι, επικράτησε η άποψη, με την οποία προφανώς συντάχθηκε και η ΕΔΑ, ότι το ουγγρικό 1956 υπήρξε επί της ουσίας μια «αντεπανάσταση αντιλαϊκών, φασιστικών και αντιδραστικών στοιχείων» παρά μια δημοκρατική διεκδίκηση στο πνεύμα των διακηρύξεων του 20ού Συνεδρίου. Ήδη, μάλιστα, στα τέλη του 1956 η σοβιετική πολιτική βρισκόταν πια σε μια φάση μερικής «επανασταλινοποίησης». Αν υπάρχει μια διαφορά, πάντως, της ελληνικής περίπτωσης με τις δυτικοευρωπαϊκές έγκειται όχι τόσο στην επίσημη κομματική τοποθέτηση επί του «Ουγγρικού» αλλά μάλλον στις επιμέρους δημοσιοποιημένες καταγγελίες της σοβιετικής επέμβασης, κυρίως από κομματικούς ή φίλα προσκείμενους διανοούμενους, που στην Ελλάδα απουσίασαν ή τουλάχιστον δεν ήταν ρητές και άμεσες, όπως στη Γαλλία και την Ιταλία. 

 

Θ.Μ.: Στις εκλογές του 1958 η ΕΔΑ αναδεικνύεται αξιωματική αντιπολίτευση. Παρόλα αυτά, όπως σημειώνετε, δεν καταφέρνει να δώσει το στίγμα ενός δυνάμει κόμματος εξουσίας. Πού οφείλεται αυτό;

Κ.Λ.: Μετά τις εκλογές του 1958, η ΕΔΑ μοιάζει να προσχωρεί σε μια περίοδο εσωστρέφειας και να κινείται κατά παράδοξο τρόπο σε μια φορά αντίστροφη από εκείνη που είχε ενεργοποιήσει η δυναμική του 1956. Το 1959 λαμβάνει χώρα το πρώτο συνέδριό της, που επισημοποιεί σημαντικές αλλαγές στη φυσιογνωμία του κόμματος σε μάλλον κομμουνιστική κατεύθυνση: απόπειρες για υιοθέτηση ενός περισσότερο εργατίστικου-κινηματικού προφίλ σε βάρος του κοινοβουλευτικού, εφαρμογή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού με πειθαρχία στις αποφάσεις της ηγεσίας και καταπολέμηση των εσωκομματικών τάσεων (και ιδιαιτέρως των απόψεων εκείνων που υπεραμύνονται της συμμαχίας με το Κέντρο), και τακτικισμοί, όπως η μεθοδευμένη ανεξαρτητοποίηση βουλευτών από την κοινοβουλευτική ομάδα της ΕΔΑ και η δημιουργία σχημάτων (Δημοκρατική Ένωση, Νέα Αγροτική Κίνηση) με στόχο τη διαμόρφωση ενός σύμμαχου κεντρώου χώρου, κομματικά ελεγχόμενου.

Η ΕΔΑ προσχωρεί, εν ολίγοις, σε έναν ταυτοτικό αναπροσδιορισμό, λιγότερο πλουραλιστικό πια, εμμένοντας ταυτόχρονα σε μια «πολιτική αρχών» σε ζητήματα θέσεων και αναιρώντας ορισμένες πιο ευέλικτες και πραγματιστικές προσεγγίσεις που είχε ακολουθήσει τα προηγούμενα χρόνια. Χαρακτηριστικά, υποτάσσει τη στρατηγική αναγκαιότητα σύμπηξης ενός αντιδεξιού μετώπου στην ανάγκη για επιβεβαίωση των κομμουνιστικών της χαρακτηριστικών. Μοιάζει, έτσι, το ίδιο το κόμμα να βάζει φρένο στην επιδίωξή του να λειτουργήσει ως ένα ευρύ μόρφωμα, νομιμοποιημένο να συγκυβερνήσει (parti légitime). Στο ψυχροπολεμικό πλαίσιο της περιόδου και μέσα στους περιορισμούς που συνεπαγόταν, όσο η ΕΔΑ περιχαράκωνε την πολιτική αυτονομία της από δυνάμει συμμαχίες και διατύπωνε ριζοσπαστικές προγραμματικές θέσεις, τόσο περιοριζόταν σε outsider παίκτη του πολιτικού συστήματος. Κατά τρόπο αντίστροφο, θα έλεγε κανείς, προς σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της μεταπολεμικής εποχής, όπως ιδίως το γερμανικό SPD, που αναπροσανατολίζονταν στρατηγικά σε πιο μετριοπαθείς προγραμματικές θέσεις ακριβώς προκειμένου να κατοχυρώσουν ένα προφίλ κόμματος διακυβέρνησης.

 

Θ.Μ.: Φτάνουμε έτσι στο 1961, όπου η ΕΔΑ υπερφαλαγγίζεται από την ΕΚ. Αν θεωρήσουμε ότι δεν είχε απλώς φτάσει το πλήρωμα του χρόνου για την υποχώρηση, γιατί εξατμίστηκε τόσο σύντομα η δυναμική του 1958; 

Κ.Λ.: Η ανάληψη πρωτοβουλιών για την ανασύσταση του Κέντρου το διάστημα 1958-1961, όταν η ΕΔΑ είναι αξιωματική αντιπολίτευση, απολήγει στην επιτυχή δημιουργία της Ένωσης Κέντρου· αυτή πηγάζει ακριβώς από την απουσία ενός μη δεξιού δυνάμει κυβερνητικού κόμματος που όμως δεν θα αμφισβητεί επ’ ουδενί τη θέση της Ελλάδας στο δυτικό συμμαχικό πλαίσιο, όπως συνέβαινε με την ΕΔΑ. Έτσι, η ψήφος στην Ένωση Κέντρου από (πρώην) ψηφοφόρους της ΕΔΑ κατά τις εκλογικές αναμετρήσεις της δεκαετίας του ’60 θα πρέπει να διαβαστεί και ως «στρατηγική ψήφος» υπέρ του κόμματος που μπορεί (ή «επιτρέπεται») να αναλάβει τη διακυβέρνηση, ακόμα και αν δεν είναι πάντα ψήφος ταύτισης. Δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει, άλλωστε, ότι μετά τις εκλογές «βίας και νοθείας» του 1961, η ΕΚ ριζοσπαστικοποείται σημαντικά και συχνά συμπορεύεται στο κινηματικό επίπεδο με την ΕΔΑ (παρά την πάγια αμοιβαία δυσπιστία μεταξύ τους), η οποία αδυνατεί να βρει τη θέση της στον κομματικό ανταγωνισμό.

 

Θ.Μ.: Παράλληλα με τον εκδημοκρατισμό της χώρας, η ΕΔΑ δίνει μεγάλη έμφαση και στο πεδίο του πολιτισμού (με την Επιθεώρηση Τέχνης κλπ.). Η προσπάθεια αυτή, αναφορικά με την πρόσληψη των νέων ρευμάτων της τέχνης, φαίνεται να προσκρούει κάπως στις πεπαλαιωμένες κομματικές αντιλήψεις περί σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Ποιο είναι το αποτέλεσμα αυτής της αντιπαράθεσης;

Κ.Λ.: Το 1966, στο Συνέδριο της Αρζαντέιγ, το Γαλλικό ΚΚ επισημοποιεί την απομάκρυνσή του από τον ζντανοφισμό, και με εισηγητή τον Λουί Αραγκόν διακηρύσσει την αρχή της μη παρέμβασης του κόμματος στην καλλιτεχνική δημιουργία και της ελευθερίας των δημιουργών να πειραματίζονται. Είναι η κατάληξη μιας μακράς διαδικασίας υπέρβασης του σοσιαλιστικού ρεαλισμού και αναπροσδιορισμού της σχέσης κόμματος-διανόησης, όπως δρομολογείται κατά τη μετασταλινική εποχή.

Στην ελληνική περίπτωση, αυτή η διαδικασία αμφισβήτησης της κομματικής παρέμβασης σε ζητήματα πνευματικής παραγωγής και απομάκρυνσης από το μοντέλο της στρατευμένης, μη κριτικής διανοητικής παράδοσης, σε μεγάλο βαθμό εκτυλίσσεται στο πλαίσιο της Επιθεώρησης Τέχνης. Σημαντικό ρόλο στο περιοδικό διαδραμάτισε ένας πυρήνας νέων σε ηλικία διανοουμένων (Κ. Κουλουφάκος, Τ. Πατρίκιος, Μ. Φουρτούνης, Δ. Ραυτόπουλος) σε μια ιδιότυπη αντιπαράθεση με την παλαιότερη γενιά κομματικών διανοουμένων (όπως οι Μ. Αυγέρης και Δ. Φωτιάδης) και με τον κομματικό μηχανισμό, για τους οποίους τα κομματικά έντυπα μάλλον συνιστούσαν τόπους συσπείρωσης και προώθησης της κομματικής ορθοδοξίας και των συναφών αισθητικών προτιμήσεων και όχι χώρο αντιπαράθεσης ρευμάτων και ιδεών.

Ο συχνά ετερόδοξος αυτός λόγος εκφέρεται στο περιοδικό με τις δικές του παλινδρομήσεις, καθώς μακρές περίοδοι με λιγότερο παρεμβατικά κείμενα και εμφανή αυτολογοκρισία συνυπάρχουν με λιγότερο ή περισσότερο εμβληματικές αντιπαραθέσεις: για τη διεκδίκηση του μοντερνισμού, για την αποδοχή των «συγγραφέων της παρακμής» ή την «ποίηση της ήττας», για τη δεξίωση καλλιτεχνικών ρευμάτων όπως η αφηρημένη τέχνη, για τη λογοτεχνική αποτύπωση της σοβιετικής πραγματικότητας κ.ο.κ. Μέσα από αυτούς τους σκολιούς δρόμους, πάντως, συστηματοποιείται ένα πρότυπο κριτικής διανόησης.

 

Θ.Μ.: Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το ίδιο παρατηρείται και στις απόπειρες για ανανεωμένες αναγνώσεις του μαρξισμού (π.χ. από τον Αλτουσέρ ή από τον Πουλαντζά);

Κ.Λ.: Μετά το 1956, παρατηρείται μια επιστροφή στα θεμελιώδη κείμενα του μαρξισμού-λενινισμού, προκειμένου να διαβαστούν εκ νέου αποκαθαρμένα από τις σταλινικές στρεβλώσεις· δίνεται έμφαση στις εκδόσεις και στον αναστοχασμό επί της μαρξογενούς θεωρητικής παραγωγής. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται ένα σημαντικό τμήμα της εκδοτικής παραγωγής του «Θεμέλιου», η δημιουργία του Κέντρου Μαρξιστικών Μελετών και Ερευνών από την ΕΔΑ και η διοργάνωση των περίφημων δύο Εβδομάδων Σύγχρονης Σκέψης το 1965 και το 1966.

Γενικότερα εξάλλου, μέσα στο ’60, με τα ερωτήματα που θέτει η σταλινική εμπειρία και η ανάγκη επαναφοράς του «ανθρώπου» στο επίκεντρο του σοσιαλισμού, έρχονται στο προσκήνιο τα έργα του «νεαρού Μαρξ», όπου προτάσσονται τα ζητήματα της ανθρώπινης φύσης, της αλλοτρίωσης και της χειραφέτησης. Η φιλοσοφίζουσα αυτή προσέγγιση θα αποδειχθεί ιδιαίτερα δημοφιλής στις τάξεις των κομμουνιστικών κομμάτων, ιδιαιτέρως του γαλλικού.

Τις εντυπώσεις όμως, τουλάχιστον στη ριζοσπαστικοποιημένη νεολαία της εποχής, μοιάζει να κερδίζει μια άλλη προσέγγιση που διατηρεί προνομιακή συγγένεια με το ακμάζον τότε ρεύμα του στρουκτουραλισμού. Στον αντίποδα της «ιδεολογικοποιημένης» ανθρωπιστικής οπτικής, ο Αλτουσέρ ‒στον κύκλο του οποίου βρίσκεται και ο νεαρός τότε Πουλαντζάς‒ εστιάζει στα μαρξικά «έργα της ωριμότητας» και οριοθετεί τη μαρξιστική επιστήμη της ιστορίας, θεωρώντας ότι θεμελιώνεται στις έννοιες του τρόπου και των σχέσεων παραγωγής, του κοινωνικού σχηματισμού, του εποικοδομήματος. Οι διεθνείς αυτές συζητήσεις μεταφέρονται στο ελληνικό αριστερό κοινό μέσω της μετάφρασης σχετικών κειμένων στην Επιθεώρηση Τέχνης και κυρίως μέσω των εξαιρετικά παραγωγικών και ρηξικέλευθων για την εποχή Εβδομάδων Σύγχρονης Σκέψης, που συγκεντρώνουν ένα ευρύτερο ακροατήριο. 

 

Θ.Μ.: Θα ήθελα να δούμε, έστω και επιγραμματικά (καθώς είναι πολύ μεγάλο θέμα και ιδιαίτερα επίκαιρο), ποια είναι η θέση της ΕΔΑ απέναντι στον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας, αναφορικά και με τη στάση που κρατούν άλλα κόμματα της Αριστεράς, με κορυφαίο παράδειγμα το PCI. Ποιες αντιφάσεις παρατηρούνται;

Κ.Λ.: H αναδυόμενη κατά τη δεκαετία του ’50 Κοινή Αγορά θεωρείται από την ΕΔΑ ένας μηχανισμός διείσδυσης του ξένου μονοπωλιακού κεφαλαίου, που εγκλωβίζει τη χώρα σε σχέσεις «εξάρτησης» και «αποικιακού» τύπου εκμετάλλευσης, αναιρώντας τις προϋποθέσεις για την αυτοδύναμη εκβιομηχάνιση και για τον αγροτικό της εκσυγχρονισμό (κυρίως μέσω της κατάργησης των δασμών). Συνεπώς, η ΕΔΑ υιοθετεί εξαρχής μια σκληρά απορριπτική στάση, προτάσσοντας επιχειρήματα οικονομικού πραγματισμού παρότι εκείνο που πρωτίστως βαραίνει είναι τελικά η γεωπολιτική θέση της χώρας μέσα στο διπολικό πλαίσιο: η σύνδεση με την Κοινή Αγορά γίνεται κυρίως αντιληπτή ως στρατηγική επιλογή που θα περιορίσει την περαιτέρω καλλιέργεια οικονομικών και άλλων σχέσεων με την ΕΣΣΔ. 

Εδώ βέβαια δεν πρόκειται για κάποια ελληνική ιδιορρυθμία, καθώς σκληρά ευρωσκεπτικιστική ήταν και η στάση όλων των ευρωπαϊκών ΚΚ. Με μικρές αλλά σημαντικές διαφοροποιήσεις, όπως του ιταλικού PCI, στο οποίο βρίσκουμε ήδη τα ψήγματα μιας διαφορετικής προσέγγισης, ατελούς ακόμη, ωστόσο υπαρκτής. Το κόμμα του Τολιάτι αναγνωρίζει τη συμβολή της Κοινής Αγοράς στην αναπτυξιακή πορεία της Ιταλίας και αντί για μια ανελαστική απόρριψη, μιλά για «βαθύ μετασχηματισμό» των κοινοτικών θεσμικών οργάνων και πολιτικών και για τη δυνατότητα να διασυνδεθούν τα εργατικά κινήματα των χωρών-μελών της ΕΟΚ σε υπερεθνικό επίπεδο. 

Και εντός της ΕΔΑ, πάντως, διατυπώνονται μεμονωμένα πιο μετριοπαθείς προσεγγίσεις της Κοινής Αγοράς, καθώς εξελίσσεται μια άτυπη εσωκομματική διαμάχη για το αν η επίσημη θέση συμπυκνώνεται στο αίτημα για «κατάργηση» της Συμφωνίας Σύνδεσης της Ελλάδας με την ΕΟΚ ή για «αναθεώρηση» των όρων της. Σε αυτή τη φάση όμως, οι πρότασεις υπέρ της «αναθεώρησης» πλαισιώνονται συχνά από ανεδαφικά επιχειρήματα (δεδομένης της ψυχροπολεμικής συνθήκης), όπως το αίτημα για αμφίπλευρη διεύρυνση των διεθνών οικονομικών σχέσεων της χώρας, ώστε παράλληλα με την Κοινή Αγορά να συνδεθεί και με την ΚΟΜΕΚΟΝ, την αντίστοιχη οικονομική ένωση των σοσιαλιστικών χωρών.

 

Θ.Μ.: Τελικά, η ιστορία ενός κόμματος, εν προκειμένω της ΕΔΑ, μπορεί να διαβαστεί ως μια μικρογραφία της ιστορίας μιας χώρας σε μια δεδομένη χρονική περίοδο, όπως το έθεσε ο Γκράμσι;

Κ.Λ.: Είναι, πράγματι, η ελληνική ιστορία των δεκαετιών του ’50 και του ’60 από μια συγκεκριμένη σκοπιά: οι συνέπειες της εμφύλιας σύγκρουσης και η καταστολή δικαιωμάτων και ελευθεριών, οι κινητοποιήσεις για το θεσμικό εκδημοκρατισμό, οι αντιαμερικανικές εκδηλώσεις, τα γεγονότα υψηλής ορατότητας και καθοριστικά για την πολιτικοποίηση μιας ολόκληρης γενιάς, όπως οι δολοφονίες του Λαμπράκη και του Πέτρουλα, ο αξιακός συντηρητισμός του ’50, στον οποίο η ΕΔΑ ενδίδει πλήρως, αλλά και η πολιτισμική αναγέννηση του ’60, στην οποία επίσης η ΕΔΑ θα πρωτοστατήσει ιδίως μέσω της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη.

 

 

(πρώτη δημοσίευση: περιοδικό ΧΡΟΝΟΣ, 9 Σεπτεμβρίου 2017)

 

ΧΡΟΝΟΣ #53, 9 Σεπτεμβρίου 2017

Η Κατερίνα Λαμπρινού γεννήθηκε στην Αθήνα το 1978. Είναι διδάκτορας του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Σπούδασε αγγλική φιλολογία, πολιτισμικές σπουδές και πολιτική επιστήμη στην Ελλάδα, τη Μ. Βρετανία και τη Γαλλία.

 

Η ΕΔΑ τάχθηκε καταστατικά υπέρ μιας στρατηγικής συμμαχιών που ποτέ δεν εκδιπλώθηκε πλήρως. Μολονότι η ΕΔΑ, ως μη κομμουνιστικό κόμμα, θεωρητικά μπορούσε να πειραματίζεται σε συμμαχικά εγχειρήματα, ωστόσο παρέμειναν ισχυρά τα αντανακλαστικά εκείνα που επέμεναν στην αυτόνομη πορεία της. Άλλωστε, οι συμμαχίες της περιόδου αυτής, προσέκρουαν σε κεντρικά ζητήματα στρατηγικού προσανατολισμού, όπως η τοποθέτηση απέναντι στη Σοβιετική Ένωση, η συμμετοχή της χώρας στο ΝΑΤΟ, η σύνδεση με την Κοινή Αγορά και η στάση στο Κυπριακό.

Η συγκρότηση του αντιδεξιού μετώπου υπήρξε ταυτόχρονα η πολιτική επιτυχία και αποτυχία της ΕΔΑ. Επιτυχία στο βαθμό που όντως συγκροτήθηκε, αποτυχία καθόσον πρωτίστως επωφελήθηκε από αυτό η Ένωση Κέντρου διεισδύοντας στο πολιτικό σκηνικό πρωταρχικά μέσω του «ανένδοτου». Η ΕΔΑ, αν και είχε (συν-)διαμορφώσει καθοριστικά και ίσως πρωταρχικά τα ιδεολογικά και πολιτισμικά θεμέλια του αντιδεξιού πόλου, δεν πέτυχε και να τον αντιπροσωπεύσει πολιτικά.

Στο ψυχροπολεμικό πλαίσιο της περιόδου μετά από τις εκλογές του 1958, και μέσα στους περιορισμούς που αυτό συνεπαγόταν, όσο η ΕΔΑ περιχαράκωνε την πολιτική αυτονομία της από δυνάμει συμμαχίες και διατύπωνε ριζοσπαστικές προγραμματικές θέσεις, τόσο περιοριζόταν σε outsider παίκτη του πολιτικού συστήματος. Κατά τρόπο αντίστροφο, θα έλεγε κανείς, προς σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της μεταπολεμικής εποχής, όπως ιδίως το γερμανικό SPD, που αναπροσανατολίζονταν στρατηγικά σε πιο μετριοπαθείς προγραμματικές θέσεις ακριβώς προκειμένου να κατοχυρώσουν ένα προφίλ κόμματος διακυβέρνησης.

CHRONOS needs your support.

Info