Η ουδετερότητα στη σκιά του Ολοκαυτώματος

Μαρία Φράγκου

Οι πολύπλευρες πρακτικές των προστατευτικών διαβατηρίων

Ο Carl Schmitt υποστήριξε ότι η διεθνής πολιτική κατάσταση χαρακτηρίστηκε από την προετοιμασία ενός ολοκληρωτικού, δίκαιου πολέμου, η ουδετερότητα ήταν συνεπώς περίπλοκη ή και αντιθετική.(1) Η εξωτερική πολιτική των ουδέτερων χωρών κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου υπήρξε πηγή ιστοριογραφικής διαμάχης. Οι ερμηνείες έχουν ταλαντευθεί μεταξύ των ακόλουθων εναλλακτικών απαντήσεων: είτε μπορεί να οριστεί ως μια εθελοντική πολιτική ουδετερότητας μεταξύ των δύο εμπόλεμων πλευρών, στόχος της οποίας ήταν να αποφευχθεί η συμμετοχή στον πόλεμο με κάθε κόστος είτε μπορεί να θεωρηθεί ως μια προνομιακή πολιτική ουδετερότητας, που επιβάλλονταν από τις περιστάσεις και με επιφύλαξη για παρέμβαση υπέρ των δυνάμεων του Άξονα.

Οι επιπτώσεις της ουδετερότητας για τη σύγχρονη ιστορία ως εκ τούτου ήταν βαθιές. Συνέβαλε στη διαδικασία διευθέτησης των διεθνών υποθέσεων κατά τη διάρκεια του Ολοκαυτώματος στην Ευρώπη. Μόνο πέντε ευρωπαϊκά κράτη απέφυγαν να παρασυρθούν στη σύγκρουση, η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Σουηδία, η Ελβετία, η Ιρλανδία, αλλά και η Τουρκία. Είναι σαφές ότι πρέπει να λάβουμε υπόψη μας την ουσιαστική οικονομική, πολιτική και στρατιωτική συμβολή αυτών των χωρών στον πόλεμο. Η πολιτική της ουδετερότητας ήταν το καλύτερο μέσο για την εξασφάλιση των εθνικών συμφερόντων των ουδέτερων κρατών, ενώ επηρέασαν τις εγχώριες συνθήκες με τον τρόπο που εκτίμησαν τα γεγονότα στη διεθνή πολιτική σκηνή. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, τα ουδέτερα κράτη με την εθνική στρατηγική, την πολιτική, και την οικονομία τους επέτρεψαν να δημιουργήσουν τη δική τους στρατηγική στην κατεχόμενη Ευρώπη, σε κάθε περίπτωση το στοιχείο που συνέδεε τις δραστηριότητές τους με το αναμενόμενο όφελος ήταν η χρήση του απρόσκοπτου περιορισμού της «αυστηρής ουδετερότητας»(2).

Ωστόσο, παρά τις σαφείς διαφορές μεταξύ των εννοιών και των πράξεων οι Ουδέτεροι δεν απομονώθηκαν από τις διαβρωτικές επιδράσεις και πάνω απ’ όλα από τις πτυχές της στρατιωτικής συμπεριφοράς των εμπολέμων. Στην πραγματικότητα όλες οι πλευρές ανέπτυξαν γρήγορα ένα επίπεδο πολυπλοκότητας σε ό,τι αφορούσε τον οικονομικό πόλεμο. Τα ουδέτερα κράτη προσπάθησαν να επεκτείνουν τις εμπορικές συναλλαγές με άλλα κράτη, αλλά δεν έκαναν προσπάθειες να συντονίσουν τις δραστηριότητές τους, σε ανθρωπιστικό επίπεδο, αν και ακόμη και εδώ οι πρωτοβουλίες που έγιναν από το 1943 και μετά είναι αναμφισβήτητα μια περίοδος έντονης διπλωματικής δραστηριότητας, που συχνά χαρακτηρίζεται από μια αίσθηση συνεργασίας όσο και ανταγωνισμού.

Ο θεσμός της ουδετερότητας, στην οποία τόσα πολλά ευρωπαϊκά κράτη είχαν αναζητήσει καταφύγιο το 1939, ήταν ένα λιγότερο ισχυρό καθεστώς απ’ ό,τι εκείνο το καθεστώς στο οποίο είχαν εισέλθει κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η ουδετερότητα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου κάλυψε ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων, ανεξάρτητα από τον θεμιτό ή αθέμιτο χαρακτήρα τους, τις πρακτικές του σύγχρονου πολέμου, την αυξανόμενη σύγχυση της κατάστασης του πολεμιστή και του άμαχου, τις εμπόλεμες και μη εμπόλεμες διακρίσεις, το πείραμα του φιλελεύθερου διεθνισμού, τη σιωπηρή επίθεση στην ισχύ της ουδετερότητας, την επιθετικότητα των αυταρχικών ιδεολογιών, και πάνω απ’ όλα τη διάβρωση των διπλωματικών κανόνων, αξιών και πεποιθήσεων από τη Γερμανία, που μέχρι τότε βασίζονταν στην κλασσική ουδετερότητα του 19ου αιώνα.

Οι ιστορικοί έχουν ερμηνεύσει ποικιλοτρόπως την αποτυχία της ουδετερότητας με αναφορά στις πολιτικές αδυναμίες των χωρών, τις προτεραιότητες των κυβερνήσεων ή τις άκαμπτες στάσεις της πολιτικής ελίτ. Αλλά επίσης αντανακλάται η πεποίθηση ότι η ουδετερότητα δεν ήταν προς το συμφέρον της διεθνούς κοινότητας παρά μόνο προς το συμφέρον της εθνικής ιδιοτέλειας. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, δεν υπήρχε εναλλακτική πολιτική που θα μπορούσε να παρέχει βοήθεια στους διωκόμενους Εβραίους από τη φυλετική πολιτική εξόντωσης.(3)

Μέχρι το 1943 οι Σύμμαχοι δεν θα μπορούσαν να προσφέρουν σχεδόν καμία απτή βοήθεια ή δεν επιθυμούσαν κάτι τέτοιο. Οι Ουδέτεροι επέλεξαν την καλύτερη δυνατή στρατηγική, ανανέωσαν το ενδιαφέρον τους για πολλές εδαφικές αξιώσεις (για παράδειγμα, η Ισπανία), αφοσιώθηκαν στο κερδοφόρο εμπόριο, δεν ήταν σε θέση να εξαπολύσουν μια αποτρεπτική πολιτική, επέλεξαν τον κατευνασμό, κατέβαλαν προσπάθειες για την επίτευξη συμφωνιών, επηρεάστηκαν από εσωτερικές πολιτικές σκοπιμότητες, επηρεάστηκαν από την ευρύτερη εκστρατεία του αντισημιτισμού, έθεσαν σοβαρούς περιορισμούς σχετικά με τους πρόσφυγες. Οι ηγέτες των ουδέτερων χωρών επιδίωξαν μια πολιτική «λιγότερο ισορροπημένης ουδετερότητας»(4) η οποία απηχούσε διστακτικότητα, καθυστέρηση και βολιδοσκοπήσεις.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα ουδέτερα κράτη ευθυγραμμίστηκαν με τα γερμανικά συμφέροντα και καθοδήγησαν πολιτικές δολοπλοκίες εναντίον των Εβραίων. Πάνω απ’ όλα, μεταξύ του 1940-1943, τα εκτενή οικονομικά συμφέροντα της Γερμανίας στην Ευρώπη ήταν σταδιακά συνυφασμένα με τους πολιτικούς στόχους των ουδέτερων χωρών. Οι πολιτικές φιλοδοξίες στην Ευρώπη, η οικονομική ουδετερότητα, οι εδαφικές απαιτήσεις και η ακόρεστη επέκταση έρχονταν σε αντίθεση με τη σιωπηρή γνώση της εξόντωσης του εβραϊσμού στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

Η πολιτική της «συνεργατικής ουδετερότητας» σταδιακά κατέρρευσε κάτω από την πίεση των γεγονότων του Ολοκαυτώματος. Το 1943-1944 όλα τα ουδέτερα κράτη τελικά αναγκάστηκαν να προσαρμόσουν τις δραστηριότητές τους έχοντας λάβει υπόψη τους τις ιδιαίτερες πολιτικές δυναμικές στην Ευρώπη όσο και την ισορροπία των διεθνών δυνάμεων.(5) Την ίδια στιγμή, ο χαρακτήρας και η δυνατότητα των δυνάμεων του Άξονα απαξιώθηκαν σε διεθνές επίπεδο.

Ενώ οι αποτυχίες της Γερμανίας το 1943 επηρέασαν το πολιτικό τοπίο, οι ατζέντες που επιδιώκονταν από τα ουδέτερα κράτη στην Ευρώπη εξαιτίας της συνεχώς μεταβαλλόμενης διεθνούς κατάστασης ήταν ένα φαινόμενο απόκλισης από την εμφανή ευθυγράμμιση που είχαν με τις χώρες του Άξονα εξαιτίας της αποδυναμωμένης κατάστασης των ενόπλων δυνάμεών τους. Σε όλα τα ουδέτερα κράτη την ταραγμένη αυτή εποχή, η ιστορία και η οξεία επίγνωση του πρόσφατου παρελθόντος τελικά επηρέασε τις αποφάσεις της εξωτερικής πολιτικής.

 

Σχέδια διάσωσης και προστατευτικά διαβατήρια

Οι διαπραγματεύσεις για τους Εβραίους πρόσφυγες περιστράφηκαν γύρω από τρεις διπλωματικές λύσεις: το διπλωματικό άσυλο, τον επαναπατρισμό, και το εδαφικό άσυλο σε ουδέτερα εδάφη, η ιστορία της προστασίας είναι έτσι πολύ πλούσια. Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι οι προστατευτικές τεχνικές ασκήθηκαν κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και έχουν συζητηθεί πολύ λίγο, αν και είναι σαφής η σημασία τους.

Η αναγκαστική μετανάστευση κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου χαρακτηρίστηκε από μια κρίση πρόσβασης σε ασφαλή εδάφη. Οι ένοπλες συγκρούσεις μπλόκαραν τις μεταναστευτικές κινήσεις, και τα καθεστώτα μετανάστευσης έγιναν αυστηρότερα σταδιακά, απαγορεύοντας στα άτομα που έχρηζαν προστασίας να φθάσουν σε ασφαλή ευρωπαϊκά σύνορα. Τα καθεστώτα θεωρήσεων καθώς και οι πρακτικές των ουδέτερων χωρών είχαν τελειοποιηθεί για να κρατήσουν τους πρόσφυγες εκτός των συνόρων τους. Ωστόσο, η εξόντωση του εβραϊσμού της Ευρώπης κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου επέφερε  σημαντική αντεπίθεση στις κατεχόμενες ζώνες από τους ξένους διπλωμάτες και τους υπαλλήλους πρεσβειών, σε ορισμένες περιπτώσεις. Τα πιο γνωστά ίσως παραδείγματα είναι: της ισπανικής, πορτογαλικής, σουηδικής και ελβετικής διπλωματίας το 1940-1944 στη Γαλλία,(6) της ισπανικής διπλωματίας το 1940-1943 στη Βουλγαρία, της ισπανικής, πορτογαλικής, σουηδικής, γαλλικής, ελβετικής, αργεντίνικης, τουρκικής διπλωματίας το 1941-1944 στην Ελλάδα,(7) της ισπανικής διπλωματίας στη Ρουμανία το 1944-1945, της ισπανικής, σουηδικής, ελβετικής, πορτογαλικής διπλωματίας στην Ουγγαρία το 1944-1945(8).

Οι προσπάθειες αυτές υποστηρίχθηκαν από τις ουδέτερες κυβερνήσεις και ενισχύθηκαν ουσιαστικά το 1944 με τη συμβολή των Συμμάχων, οι οποίοι συνέβαλαν στην ιδέα των προστατευτικών διαβατηρίων. Με την υποστήριξη των ουδέτερων κυβερνήσεων, έσωσαν χιλιάδες Εβραίους από τις διώξεις των γερμανών κατακτητών. Τα προστατευτικά διαβατήρια ήταν ένα τμήμα της ίδιας της στρατηγικής διάσωσης. Ως εκ τούτου, οι διπλωμάτες και οι δημόσιοι υπάλληλοι που συμμετείχαν –συμπεριλαμβανομένων των υπουργών Εξωτερικών– πράγματι πρόσφεραν βοήθεια και προστασία σε όσους είχαν ανάγκη. Ενώ η πραγματική διέλευση και πάλι εμποδίστηκε από τη γερμανική κατοχή, οι διπλωματικές αντιπροσωπείες ενισχυμένες από την προστατευτική δράση των πιστοποιητικών που παραχωρούνταν στους Εβραίους όριζαν ότι οι κομιστές τους ήταν υπό διεθνή προστασία.

Ωστόσο, η προστασία χρειάστηκε να φτάσει μερικές φορές σε επέκταση μιας πιθανολογούμενης ιθαγένειας μέσω ενός προστατευτικού διαβατηρίου. Υπάρχουν όμως πολλές περιπτώσεις που τα διαβατήρια ήταν ανύπαρκτα και η χρήση των θεωρήσεων ήταν επαρκής για να διευκολυνθεί η εκκένωση και η διαμετακόμιση από τις ζώνες κατοχής. Η ανάλυση των στοιχείων δείχνει πόσες ζωές πραγματικά μπορούσαν να σωθούν μόνο από την εξουσία των διπλωματικών αντιπροσωπειών, ακόμη και στις πιο ακραίες καταστάσεις. Ωστόσο οι Σύμμαχοι περιόρισαν την ελευθερία της διπλωματικής δράσης σε τέτοιο βαθμό που θα μπορούσαν να επιτύχουν τα λίγα αποτελέσματα που επιθυμούσαν, και όχι όσα ήταν εφικτά.

Η «ουδετερότητα» σε όλες τις περιπτώσεις ήταν ένα πολύπλευρο και εξαιρετικά πολύπλοκο φαινόμενο που δεν ανήκει σε μια απλοϊκή κατηγοριοποίηση. Ενώ οι Ουδέτεροι και οι Σύμμαχοι μπορούν να φορτιστούν με το ότι έκαναν πάρα πολύ λίγα και πολύ αργά. Το μέγεθος, το πεδίο εφαρμογής, και η σημασία του ουδέτερου (και μη εμπόλεμου) καθεστώτος για τη διεθνή πολιτική και ιστορία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου είναι γεμάτο με αντιθέσεις και διπλωματικές διαιρέσεις. Τα ουδέτερα κράτη εμφανίζονται περισσότερο ικανά για αποφάσεις σε ζητήματα εθνικής πολιτικής, μία από αυτές αφορούσε, για παράδειγμα, αν θα πρόσφεραν «ασφαλή καταφύγια» σε πρόσφυγες πολέμου ή σε εγκληματίες πολέμου και τις περιουσίες τους.

Η ευελιξία και η αντοχή των μορφών διπλωματικής δραστηριότητας που βασίστηκαν στη συνεργασία θα μπορούσαν να θεωρηθούν ένα στάδιο προόδου προς μια ισχυρότερη στρατηγική διάσωσης, διεθνή ή εγχώρια, αλλά ως πολύτιμη και ικανή. Μια τέτοια άποψη διπλωματίας θα αντικατόπτριζε μια σαφή κρίσιμη εμπλοκή με την προφανή αξία του ισχυρού καθεστώτος ουδετερότητας, και κυρίως αν η ισχύς του ήταν συνδεδεμένη σε μια διεθνή φιλοδοξία που μπορούσε να θεωρηθεί ως ανατρεπτική προς την «τελική λύση».

Ενώ η διπλωματική προστασία και η βοήθεια διοργανώθηκαν το 1944, η διαδικασία του αφανισμού για τους περισσότερους Εβραίους της Ευρώπης ήδη πλησίαζε προς το τέλος της. Γι’ αυτούς τους Εβραίους της ιστορίας αποδείχθηκε ότι δεν μπορούσε να γίνει τίποτα περισσότερο. Ωστόσο, οι Σύμμαχοι εκείνη τη στιγμή θα μπορούσαν να περισώσουν το κύρος τους. Θα μπορούσαν επίσης να εξιλεωθούν με συγκεκριμένο τρόπο για τις παραλείψεις τους στην Ευρώπη. Όλα τα παραπάνω μας επιτρέπουν να σκεφτούμε ότι ακόμα και το 1944 αρκετοί σώθηκαν, αλλά για πολλούς αυτό ήρθε πολύ αργά.

 

Σημειώσεις:

1. Carl Schmitt, «Das neue Vae Neutris!», Völkerbund und Völkerrecht 4 (1938), σ. 637.

2. Το καθεστώς του ουδέτερου όσο και του εμπόλεμου απορρέει από το δίκαιο του πολέμου το οποίο κατ’ ουσία αναφέρεται στις διασκέψεις της Χάγης του 1899 και του 1907. Βλ. Division of International Law of the Carnegie Endowment for International Peace, The proceedings of the Hague Peace Conferences. The Conference of 1907, vol. 1. Plenary meetings of the Conference, vol. 2. Meetings of the First Commission, vol. 3. Meetings of the Second, Third and Fourth Commissions, vol. 4. The Conferences of 1899 and 1907, Index volume, Oxford University Press, New York 1920.

3. Η Διεθνής Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού είχε λάβει διάφορες εμπιστευτικές εκθέσεις σχετικά με τις διώξεις και τις εκτοπίσεις των Εβραίων στην Ευρώπη, αλλά, όπως γνωρίζουμε, η ΔΕΕΣ ήταν αδύνατον να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια που θα μπορούσε να σταματήσει αυτές τις πρακτικές. Βλ. International Committee of the Red Cross, Report of the International Committee of the Red Cross on its activities during the Second World War (September 1, 1939 - June 30, 1947), Relief Activities, vol. III, ICRC, Geneva 1948.

4. Μελέτες που αναλύουν τον θεσμό της ουδετερότητας, βλ. Karl E. Birnbaum - Hanspeter Neuhold (eds.), Neutrality and non-alignment in Europe, Wilhelm Braumuller, Βιέννη 1982· Per Cramér, Neutralitetsbegreppet, Norstedts förlag, Στοκχόλμη 1989· Ove Bring, Neutralitetens uppgång och fall, Atlantis, Στοκχόλμη 2008. Για μελέτες περίπτωσης βλ. António José Telo, Portugal na Segunda Guerra Mundial (1939-1945), vol. I και ΙΙ, Vega, Λισσαβώνα 1991· Antonio Téllez Molina, «España y la Segunda Guerra Mundial: los informes reservados de Carrero Blanco», Mélanges de la Casa de Velázquez 29:3 (1993), σ. 263-280· Thomas Hennessey, A history of Northern Ireland 1920-1996, Macmillan, Λονδίνο 1997· Daniel Bourgeois, Business helvétique et Troisième Reich. Milieux d’affaires, politique étrangère, antisémitisme, Editions Page deux, Λωζάνη 1998˙ Max Liljefors - Ulf Zander, «Det neutrala landet Ingenstans. Bilder av andra världskriget och den svenska utopin», Scandia. Tidskrift för historisk forskning 69:2 (2003), σ. 209-242.

5. Η αρχή της «Ισορροπίας των Δυνάμεων» όπως ονομάστηκε μετεξελίχτηκε και επαναδιατυπώθηκε από τον Kissinger. Βλ. Henry Kissinger, Diplomatie, Fayard, Paris 1996.

6. Archivo del Ministerio de Asuntos Exteriores, Madrid, Despacho dirigido, por Cónsul General de España en Paris, Bernardo Rolland y de Miota, al Ministro de Asuntos Exteriores, Ramón Serrano Suñer, 18 de junio de 1941.

7. Ministère des Affaires Etrangères, Centre des Archives Diplomatiques, Nantes, Transmissible document No. 149, Consulat de France à Salonique, Eugene Haimet, Ambassade de France à Athènes, Baron de Maricourt, Salonique, 18 Juillet 1942. Επίσης, βλ. Politisches Archiv des Auswärtigen Amts, Bonn, Telegramm Nr. 103-J Bl. 76/77, General Deutsches Konsulat, an des Auswärtiges Amt, Joachim Ribbentrop & Bevollmächtigten den Reichs für Griecheland, Salonik, 15 Marz 1943.

8. Ministério dos Negócios Estrangeiros, Serviço de Arquivo Histórico-Diplomático, Lisboa, Telegrama Confidencial ne 298, de Ministério dos Negócios Estrangeiros, Antonio de Oliveira Salazar, a Legação Portuguesa em Berlim, Tovar de Lemos, Lisboa, 31 de Outubro de 1944.

 

(πρώτη δημοσίευση: περιοδικό ΧΡΟΝΟΣ, 27 Ιανουαρίου 2017)

ΧΡΟΝΟΣ #45, 27 Ιανουαρίου 2016


Η Μαρία Φράγκου σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες, Ιστορία και Πολιτική Φιλοσοφία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Αυτή τη στιγμή εκπονεί τη διδακτορική της διατριβή στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με θέμα: «Πολιτική, διπλωματική συγκυρία. Στρατηγικές διάσωσης και επιβίωσης στο Ολοκαύτωμα (Shoah)». Τα κύρια ερευνητικά της ενδιαφέροντα σχετίζονται με τη διπλωματική ιστορία, την κοινωνική ιστορία, την ιστορία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, την ιστορία του Ολοκαυτώματος και τη σύγχρονη φιλοσοφία. Κατά τη διάρκεια της ακαδημαϊκής σταδιοδρομίας της έχει λάβει το βραβείο ΙΚΥ του Υπουργείου Παιδείας για διακεκριμένη ακαδημαϊκή επίδοση στις Πολιτικές Επιστήμες (επίπεδο προπτυχιακών σπουδών) και το βραβείο Διακεκριμένα Ανοικτά Ακαδημαϊκά Μαθήματα ΑΠΘ. Υπήρξε διδακτορική υπότροφος του Rothschild Foundation (Hanadiv) Europe, του Tel Aviv University, του Bundesministerium für Bildung und Forschung, και visiting scholar στο International School for Holocaust Studies, Yad Vashem. Έχει εργαστεί σε ακαδημαϊκά προγράμματα του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και του Northwestern University.

CHRONOS needs your support.

Info